O ρόλος των απαραίτητων λιπαρών στην υγιή ανάπτυξη και στην παιδική παχυσαρκία
H παχυσαρκία στην ενήλικη ζωή είναι ένας από τους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, μεταβολικού συνδρόμου, υπέρτασης, σακχαρώδη διαβήτη, αλλά και ορισμένων τύπων καρκίνου. Μία πολύ πρόσφατη όμως μεγάλη μελέτη βρήκε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ του Δείκτη Σωματικής Μάζας (ΔΣΜ) στην παιδική ηλικία και καρδιαγγειακών νοσημάτων στην ενήλικη ζωή (1). Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε ότι ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου, για μη-θανατηφόρο αλλά και θανατηφόρο επεισόδιο σε ενήλικες συσχετίζεται θετικά με το ΔΣΜ στα 7-13 έτη ηλικίας για αγόρια και 10-13 έτη για κορίτσια. Η μελέτη αυτή έγινε στη Δανία σε 276.835 άτομα.
Το λίπος της τροφής έχει ενοχοποιηθεί ως προς τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη παχυσαρκίας. Υπάρχουν αρκετές επιδημιολογικές μελέτες σε ενήλικες που έχουν συσχετίσει την υψηλή πρόσληψη λιπαρών με την παχυσαρκία και αυτό φαίνεται να ισχύει όταν η συνολική πρόσληψη λιπαρών υπερβαίνει το 35-37% επί της ενέργειας και όταν αυτή η πρόσληψη συνοδεύεται και από μία χαμηλή σωματική δραστηριότητα. Σε αυτή την περίπτωση η συνεισφορά των λιπαρών στην συνολική ενεργειακή πρόσληψη είναι σημαντική και αυτή η τελικά υψηλή συνολική ενεργειακή πρόσληψη δεν συνοδεύεται και από μία υψηλή ενεργειακή κατανάλωση.
Μελέτες σε παιδιά είναι σχετικά περιορισμένες. Μία όμως πρόσφατη μελέτη υπέδειξε ότι η συνολική πρόσληψη λιπαρών δεν συσχετίζεται μία παχυσαρκία. Όμως αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι η συνολική πρόσληψη λιπαρών συσχετίζεται με αυξημένο λιπώδη ιστό (2). Σε αυτή τη μελέτη η πρόσληψη λιπαρών των παιδιών υπερέβαινε το 35% επί της ενέργειας, ενώ υπήρχαν και παιδιά που η πρόσληψη λίπους ήταν > 40%. Επομένως και αν ακόμα μπορεί να μη συσχετίζεται η συνολική πρόσληψη λιπαρών με παχυσαρκία στην παιδική ηλικία, το γεγονός ότι μπορεί να διαφοροποιήσει τη σύσταση του σώματος με περισσότερο λιπώδη και λιγότερο μυϊκό ιστό, πρέπει να κάνει όποιον ασχολείται με τη διατροφή των παιδιών ιδιαίτερα προσεκτικό.
Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει πανελλαδική προοπτική μελέτη με αντιπροσωπευτικό δείγμα που να διερευνά διατροφικές συνήθειες σε παιδιά. Υπάρχουν όμως αρκετές μικρότερες που υποδεικνύουν κάποιες τάσεις. Όλες αυτές οι μελέτες υποδεικνύουν ότι η συνολική πρόσληψη λιπαρών είναι περίπου 40% επί της συνολικής προσλαμβανόμενης ενέργειας και ότι αυτό ισχύει και σε διαφορετικές περιοχές της χώρας αλλά και σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες (3-5). Επίσης αυτό που φαίνεται είναι ότι η πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων είναι υψηλότερη (14-16% επί της ενέργειας) από τη συνιστώμενη, που είναι < 10%, ενώ η πρόσληψη πολυακόρεστων λιπαρών οξέων είναι σχετικά χαμηλή. Προς το παρόν δεν υπάρχουν μελέτες που να έχουν στοιχεία για την πρόσληψη ω-6 και ω-3 λιπαρών οξέων σε παιδιά.
Το δοκοσαεξαενοϊκό οξύ (22:6 ω-3, DHA) είναι ένα πολυακόρεστο λιπαρό οξύ της σειράς ω-3, που βρίσκεται σε έλαια ψαριών, του οποίου ο πρόδρομος είναι το α-λινολενικό οξύ (18:3 ω-3 ALA). To ΑLA είναι ένα από τα απαραίτητα λιπαρά οξέα, που σημαίνει ότι ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί να το συνθέσει, και επομένως πρέπει να το προσλαμβάνει από την τροφή. Το ποσοστό μετατροπής του ALA σε DHA είναι πάρα πολύ μικρό και έχει υπολογισθεί ότι είναι < 1%. Νεότερα δεδομένα από επιστημονικές μελέτες έχουν υποδείξει ότι το DHA και το αραχιδονικό οξύ (20:4 ω-6, ARA) είναι λιπαρά οξέα που περιέχει ο εγκέφαλος και είναι πολύ σημαντικά για την ανάπτυξή του, τη λειτουργία του και την μείωση των φθορών του με την πάροδο της ηλικίας (6,7). Όμως, ενώ το ΑRA της τροφής δεν επηρεάζει την περιεκτικότητα του εγκεφάλου σε ΑRA, αύξηση της πρόσληψης DHA μπορεί να επηρεάσει την περιεκτικότητα του εγκεφάλου σε αυτό το λιπαρό οξύ. Επομένως, η ικανοποιητική πρόσληψη αυτού του λιπαρού οξέος είναι πολύ σημαντική από πολύ μικρή ηλικία, και επειδή μπορεί να περάσει τον πλακούντα και να συνεισφέρει στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της όρασης ακόμα και από την εμβρυϊκή ζωή, συστήνεται ότι και η έγκυος πρέπει να αυξήσει την πρόσληψη DHA κατά 200 mg την ημέρα (7).
Επομένως, η πρόσληψη λιπαρών παίζει σημαντικό ρόλο στην παιδική ηλικία τόσο για την ομαλή ανάπτυξη όσο και για την πρόληψη της παχυσαρκίας. Δίαιτες που η πρόσληψη λιπαρών πλησιάζει το 40% επί της ενέργειας πρέπει να αποφεύγονται γιατί αν και μπορεί να μην είναι ανάγκη να επηρεάζουν το ΔΣΜ, μπορεί όμως να αυξάνουν το λιπώδη ιστό. Η μείωση της συνολικής πρόσληψης λιπαρών πρέπει να προέρχεται από τη μείωση των κορεσμένων λιπαρών, ενώ απεναντίας η πρόσληψη πολυακόρεστων λιπαρών οξέων θα μπορούσε να αυξηθεί και κυρίως του DHA που επηρεάζει όχι μόνο τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών προβλημάτων αλλά και την ομαλή ανάπτυξη του εγκεφάλου και της όρασης. Έτσι, είναι σκόπιμο να μειωθεί η κατανάλωση κόκκινου κρέατος, γαλακτοκομικών που είναι πλήρη σε λιπαρά, ζωικών λιπαρών και βουτύρου και να αυξηθεί η πρόσληψη λιπαρών ψαριών, ξηρών καρπών και φυτικών λιπαρών, όπως είναι το ελαιόλαδο και οι φυτικές μαργαρίνες.
Γράφει ο Αντώνης Ζαμπέλας
Μονάδα Διατροφής του Ανθρώπου
Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων
Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Tags:

.jpg)

