Tροφικές αλλεργίες: Όχι και τόσο συνηθισμένες τελικά

allergy-test

Πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι είναι αλλεργικοί σε κάποιες τροφές, στην πραγματικότητα, δεν έχουν καμιά αλλεργία!

Μια νέα έκθεση που ζητήθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος χώρος βρίθει κακών μελετών, λανθασμένων διαγνώσεων και τεστ που οδηγούν σε παραπλανητικά αποτελέσματα.

Παρόλο που αναμφισβήτητα μπορεί κάποιος να έχει αλλεργία σε ορισμένες τροφές, κάτι που μπορεί να προκαλέσει μεγάλο εύρος αντιδράσεων, από κνησμό έως απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, η πραγματική επικράτηση των τροφικών αλλεργιών φτάνει μόλις το 8% για τα παιδιά και λιγότερο από 5% για τους ενήλικες, αναφέρει ο Dr. Marc Riedl, ένας από τους συγγραφείς του νέου άρθρου, αλλεργιολόγος και ανοσολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Λος Άντζελες.

Ωστόσο περίπου το 30% του πληθυσμού θεωρεί ότι έχει αλλεργία σε κάποιες τροφές. Όπως αναφέρει ο Dr. Riedl, «Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς που επισκέφθηκαν την κλινική μας επειδή τους είχαν πει ότι έχουν αλλεργία σε κάποιες τροφές, στην πραγματικότητα δεν είχαν».

Ο Dr. Riedl δεν αποκλείει τη σοβαρότητα κάποιων αντιδράσεων στα τρόφιμα. Υποστηρίζει ωστόσο ότι «Αυτό αποτελεί μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτού που αποκαλεί ο κόσμος ‘αλλεργία σε τρόφιμα’».

Ακόμη και άνθρωποι οι οποίοι κατά την παιδική τους ηλικία είχαν αλλεργία σε κάποια τρόφιμα, ως ενήλικες μπορεί να μην έχουν. Συχνά οι αλλεργίες εξαφανίζονται, αν και κανένας δεν γνωρίζει ακόμη το γιατί. Επίσης, κάποιες φορές αναπτύσσονται αλλεργίες σε ενήλικους ανθρώπους, πάλι από άγνωστες αιτίες.

Για την έκθεση που ετοίμασαν ο Dr.Riedl και οι συνεργάτες του, αναθεώρησαν όλα τα άρθρα που κατάφεραν να εντοπίσουν που είχαν ως θέμα τις αλλεργίες στα τρόφιμα από τον Ιανουάριο του 1988 έως το Σεπτέμβριο του 2009, συνολικά περισσότερα από 12.000 άρθρα. Με την ολοκλήρωση της έρευνας, μόνο 72 πληρούσαν τα κριτήρια, τα οποία περιλάμβαναν επαρκή δεδομένα για ανάλυση και εφαρμογή σχολαστικών ελέγχων για τις αλλεργίες.

«Ο καθένας δίνει ένα διαφορετικό ορισμό για την αλλεργία» αναφέρει η Dr. Jennifer J. Schneider Chafen, από το Veterans Affairs’ Palo Alto Health Care System στην Καλιφόρνια και το Stanford Center for Primary Care and Outcomes Research, κύρια συγγραφέας της νέας έκθεσης. Οι ερευνητές βρήκαν ότι στους ανθρώπους που γίνεται διάγνωση με μια από τις δύο ευρέως χρησιμοποιούμενες μεθόδους εντοπισμού αλλεργιών –κατά την οποία εισάγουν υποδερμικά μια ελάχιστη ποσότητα της ύποπτης τροφής και αναζητούν την ύπαρξη αντισωμάτων IgE, τα οποία σχετίζονται με τις αλλεργίες- είναι λιγότερο από 50% πιθανό να έχουν όντως αλλεργία.

Ένας τρόπος να εντοπιστεί πραγματικά η αντίδραση είναι το τεστ που ονομάζεται «τροφική πρόκληση» κατά την οποία χορηγούν στα άτομα τις ύποπτες τροφές «καλυμμένες» ώστε να μην γνωρίζει ο εξεταζόμενος εάν τρώει κάποια ύποπτη τροφή ή κάποια τροφή πλασίμπο. Εάν με αυτή τη μέθοδο το άτομο εμφανίσει αντίδραση, τότε όντως έχει αλλεργία.

Οι περισσότεροι γιατροί, ωστόσο, διστάζουν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη μέθοδο, αναφέρει ο Dr. Riedl. Θεωρούν ότι χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο και ανησυχούν τι θα συμβεί εάν ζητήσουν από κάποιον να καταναλώσει φιστίκια, για παράδειγμα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν τρομακτική αντίδραση.

Το άρθρο αυτό που θα δημοσιευτεί την Τετάρτη στο περιοδικού του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος που συντονίζεται από το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Μεταδοτικών Ασθενειών που έχει ως στόχο την επιβολή τάξης στο χάος των ελέγχων και διαγνώσεων αλλεργιών. Μια επιτροπή ειδικών θα ανακοινώσει οδηγίες για τον ορισμό των αλλεργιών και θα παρουσιάσει τα κριτήρια για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των περιστατικών. Ελπίζουν ότι μια πρώτη έκδοση του κειμένου θα είναι έτοιμη μέχρι τα τέλη Ιουνίου.

«Μας προσέγγισαν για να κάνουμε κατά κάποιο τρόπο τον ειλικρινή μεσάζοντα που θα μπορούσε να μαζέψει τα διαφορετικά στρατόπεδα ώστε να εξετάσουν όλοι μαζί αυτό το ζήτημα» αναφέρει ο Dr. Matthew J. Fenton, που επιβλέπει το πρόγραμμα για την έκδοση οδηγιών από την πλευρά του Ινστιτούτου Αλλεργιών.

Οι συγγραφείς της νέας έκθεσης –και οι ειδικοί από την επιτροπή- αναφέρουν ότι ακόμη και καθιερωμένες πεποιθήσεις όπως ότι τα μωρά που θήλασαν έχουν λιγότερες αλλεργίες ή ότι τα μωρά που δεν έφαγαν καθόλου αυγό κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες της ζωής τους, έχουν πολύ λίγα αποδεικτικά στοιχεία να τις υποστηρίζουν.

Μέρος της σύγχυσης αφορά το διαχωρισμό της αλλεργίας στα τρόφιμα και της δυσανεξίας σε κάποιες τροφές, αναφέρει ο Dr. Fenton. Οι αλλεργίες επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ η δυσανεξία συνήθως όχι. Για παράδειγμα, ο πονοκέφαλος που προκαλεί η ύπαρξη θειώδους άλατος στο κρασί δεν είναι αλλεργία, είναι δυσανεξία. Το ίδιο ισχύει και για τη δυσανεξία στη λακτόζη, που προκαλείται από την έλλειψη ενός ενζύμου που είναι απαραίτητο για το μεταβολισμό της ζάχαρης μέσα στο γάλα.

Υπάρχουν και άλλες ιατρικές παθήσεις που συχνά οδηγούν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι έχουν αλλεργία σε κάποια τροφή, αναφέρει ο Dr. Fenton. Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι ερμηνεύουν τα συμπτώματα παλινδρόμησης των γαστρικών υγρών μετά την κατανάλωση μιας τροφής ως αλλεργία.

Ο Πρόεδρος της προαναφερθείσας επιτροπής, Dr. Joshua Boyce Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αλλεργιολόγος και παιδοπνευμονολόγος αναφέρει ότι μια από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις που έχουν ορισμένοι γιατροί και ασθενείς είναι ότι η ύπαρξη αντισωμάτων IgE μετά από την κατανάλωση κάποιας τροφής σημαίνει ότι αυτό το άτομο έχει αλλεργία σε αυτή την τροφή. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως αλήθεια.

Κατά την ανάπτυξή μας, αναφέρει, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει την τάση να αντιδρά σε κάποιες πρωτεΐνες των τροφών, παράγοντας αντισώματα IgE. «Αυτά τα αντισώματα όμως, μπορεί να είναι προσωρινά και επουσιώδη», προσθέτει ο Dr. Boyce.

«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι έχουν αντισώματα IgE για διάφορες τροφές, χωρίς όμως να εμφανίζουν κανενός είδους αντίδραση σε αυτές», συνεχίζει ο Dr. Boyce.

Όσο πιο υψηλή είναι η συγκέντρωση των αντισωμάτων IgE για μια συγκεκριμένη τροφή, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα αυτό το άτομο να εμφανίσει αλλεργική αντίδραση. Ωστόσο, ακόμη και τότε, τα αντισώματα δεν προμηνύουν απαραιτήτως σοβαρή αντίδραση, αναφέρει ο Dr. Boyce. Τα αντισώματα για κάποιες τροφές, όπως είναι τα φιστίκια, είναι πολύ πιθανότερο να προκαλέσουν αντίδραση από ότι τα αντισώματα για άλλες τροφές, όπως το σιτάρι, ή το καλαμπόκι, ή το ρύζι. Κανείς δεν καταλαβαίνει τους λόγους για αυτό.

Η επιτροπή ελπίζει ότι η έκθεση αυτή θα οδηγήσει σε νέες έρευνες καθώς επίσης θα αποσαφηνίσει τον ορισμό και τον έλεγχο για τροφικές αλλεργίες.

Ωστόσο, προς το παρόν, αναφέρει ο Dr. Fenton, ότι οι γιατροί δεν θα πρέπει να στηρίζονται μόνο στο τεστ υποδόριας τοποθέτησης ύποπτων τροφών, ή στον έλεγχο ύπαρξης αντισωμάτων, για να υποστηρίξουν ότι οι ασθενείς έχουν αλλεργία σε κάποια τροφή.

«Από μόνα τους αυτά δεν αρκούν», αναφέρει ο Dr. Fenton.

Πηγή: New York Times

Tags:

| More