Στυτική δυσλειτουργία

Με έναν στους δέκα άντρες να εμφανίζει στυτική δυσλειτουργία, το φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σπάνιο. Πάνω από 200.000.000 άνδρες στον κόσμο πάσχουν από στυτική δυσλειτουργία, με την αναλογία στους μεγαλύτερους των 40 ετών άνδρες, να φτάνει σε τέσσερις στους δέκα.

Οι ειδικοί ορίζουν ως στυτική δυσλειτουργία τη μόνιμη ή περιοδική αδυναμία του άνδρα να επιτύχει και να διατηρήσει στύση επαρκή για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Τονίζουν μάλιστα ότι για να χαρακτηριστεί παροδική η στυτική δυσλειτουργία θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών. Έτσι, η στυτική δυσλειτουργία δεν περιλαμβάνει παροδικές καταστάσεις, όπου το άτομο δεν έχει σεξουαλική επιθυμία ή δεν μπορεί να ανταπεξέλθει εξαιτίας τυχαίων συγκυριών, για παράδειγμα εξαιτίας του αλκοόλ ή της κούρασης.

Στυτική δυσλειτουργία και βασικές παράμετροι

Η ιατρική ερευνά αρχικά τους παράγοντες κινδύνου για στυτική δυσλειτουργία, με στόχο να φτάσει στη θεραπεία χωρίς φαρμακευτική αγωγή, αν είναι δυνατόν. Ερευνώνται επίσης τα αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας, μια και αυτή η στυτική διαταραχή μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους και όχι μόνο οργανικούς. Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας προτείνονται φάρμακα από τον ειδικό ιατρό, ενώ η στυτική δυσλειτουργία αντιμετωίζεται και με μηχανικές ή χειρουργικές μεθόδους. Στον φάκελο αυτό θα βρείτε όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα αίτια και τη διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας. Θα βρείτε επίσης όλες τις βασικές πληροφορίες για το πώς θεραπεύεται η στυτική δυσλειτουργία. Πηγές των πληροφοριών είναι το Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ) και η Εθνική Υπηρεσία Υγείας της Βρετανίας (Νational Health Service - NHS).

Στυτική δυσλειτουργία - Αίτια

Για να αντιμετωπιστεί η στυτική δυσλειτουργία πρέπει αρχικά να ερευνηθούν τα αίτια της, που μπορεί να είναι ψυχογενή ή οργανικά.

Στα ψυχογενή αίτια που επιφέρουν στυτική δυσλειτουργία καταγράφονται η κατάθλιψη, τα άλυτα προβλήματα σχέσης με το σύντροφο, το έντονο αίσθημα ανησυχίας και το άγχος. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η στυτική δυσλειτουργία προκαλείται πολύ συχνά από το άγχος απόδοσης. Με τον όρο αυτό ορίζεται το άγχος δημιουργείται την ώρα της σεξουαλικής επαφής ή και πριν από αυτήν. Στην περίπτωση αυτή, ο άνδρας αγχώνεται για το αν θα επιτύχει ικανοποιητική στύση ή όχι, για το αν θα ικανοποιηθεί η σύντροφός του, για το τι μπορεί να σκεφτεί η σύντροφος για εκείνον.

Στυτική δυσλειτουργία και αίτια: Ο μηχανισμός του άγχους απόδοσης

Οι δυσάρεστες αυτές σκέψεις είναι φυσικό να ευθύνονται για τη στυτική δυσλειτουργία, αφού όχι μόνο είναι δύσκολο να οδηγήσουν σε διέγερση, αλλά και ξεκινούν οργανικές λειτουργίες που είναι αντίστροφες από αυτές που απαιτούνται για να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί η στύση. Σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την μείωση ή την αύξηση του άγχους απόδοσης - και άρα σχετίζονται με την ύπαρξη ή όχι στυτικής δυσλειτουργίας - είναι η σχέση του ζευγαριού αλλά και η οικειότητα ανάμεσα στους συντρόφους.

Στυτική δυσλειτουργία και αίτια: Αγγεία

Στα οργανικά αίτια για τη στυτική δυσλειτουργία εντάσσονται τα αγγειακά προβλήματα. Η μη ικανοποιητική λειτουργία των αγγείων μειώνει την ροή του αίματος προς το πέος ή επιφέρει αδυναμία του πέους να συγκρατήσει μέσα στους ιστούς του το αίμα που έχει προωθήσει η καρδιά. Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας που προέρχεται από αγγειακά είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις και οι υψηλές τιμές χοληστερίνης.

Στυτική δυσλειτουργία και αίτια: Νεύρα

Η μη ικανοποιητική λειτουργία των νεύρων που σχετίζονται με την λειτουργία του πέους προκαλεί διαταραχή στη μεταφορά του ερεθίσματος/μηνύματος από τον εγκέφαλο προς το πέος. Ετσι, η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται σε νευρολογικές παθήσεις, όπως είναι οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί επίσης να οφείλεται σε χειρουργικές επεμβάσεις που γίνονται στην περιοχή της λεκάνης.

Στυτική δυσλειτουργία και αίτια: Ουσίες και ορμόνες

Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται σε χρήση ή κατάχρηση φαρμακευτικών ουσιών. Υπάρχουν αρκετά φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν στυτική δυσλειτουργία, κυρίως όμως πρόκειται για φάρμακα που χορηγούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των καρδιοπαθειών και των ψυχικών διαταραχών. Το γεγονός ότι μπορεί να ευθύνονται για στυτική δυσλειτουργία αναφέρεται συχνά και στις παρενέργειες τους.

Σε αναλυτική αναφορά του για την στυτική δυσλειτουργία που οφείλεται σε φάρμακα, η Εθνική Υπηρεσία Υγείας της Βρετανίας (Νational Health Service - NHS) καταγράφει ως υπεύθυνα για την πρόκληση στυτικής δυσλειτουργίας φάρμακα όπως τα διουρητικά, σκευάσματα που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της χοληστερόλης, τα στεροειδή, τα ανοσοκατασταλτικά. Σχέση με τη στυτική δυσλειτουργία, επίσης, έχουν τα H2-antagonists - φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία στομαχικού έλκους - καθώς και φάρμακα που χορηγούνται για την επιληψία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η στυτική δυσλειτουργία σπάνια οφείλεται σε ορμονικά προβλήματα, όπως είναι για παράδειγμα η έλλειψη των «ανδρικών» ορμονών.

Στυτική δυσλειτουργία και πεϊκή πρόθεση

Ως τελευταία λύση για την στυτική δυσλειτουργία χρησιμοποιείται η πεϊκή πρόθεση. Πρόκειται για περιπτώσεις ασθενών που η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων ήταν γι αυτούς ανύπαρκτη ή επιθυμούν μόνιμη λύση στο πρόβλημα. Η ιατρική εφαρμόζει σήμερα δύο τύπους για πεϊκή πρόθεση, τις εύκαμπτες ή μίσκληρες και τις υδραυλικά διογκούμενες.

Στην εύκαμπτη πεϊκή πρόθεση τοποθετείται από ειδικευμένο χειρουργό μέσα στο πέος δύο συνθετικοί κύλινδροι, που το κάνουν να βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση μερικής διόγκωσης. Στις υδραυλικά διογκούμενες προθέσεις,, από την άλλη, τοποθετούνται δύο κύλινδροι που συνδέονται με μικρή «δεξαμενή υγρού» και μηχανισμό αντλίας, ο οποίος τοποθετείται στους όρχεις. Πιέζοντας ένα σημείο, η αντλία γεμίζει τους κυλίνδρους με υγρό και επιτυγχάνεται η διόγκωση του πέους. Οι καλά ενημερωμένοι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν αποτέλεσμα της τάξης του 70-87%, ενώ οι κύριες επιπλοκές είναι οι μηχανικές βλάβες στην πεϊκή πρόθεση και τυχόν φλεγμονές.

Στυτική δυσλειτουργία και διάγνωση

Για να διαγνωστεί η στυτική λειτουργία χρειάζεται μια σειρά εξετάσεων και καταγραφών. Απαραίτητη είναι η αναλυτική περιγραφή του προβλήματος της στυτικής δυσλειτουργίας. Πληροφορίες όπως για παράδειγμα ποια είναι διάρκεια και η σταθερότητα των συμπτωμάτων είναι βασικές. Ο ειδικός που θα εξετάσει το πρόβλημα με τη στυτική δυσλειτουργία θα ρωτήσει ακόμη αν υπάρχουν πρωινές στύσεις, θα κάνει ερωτήσεις για τη συναισθηματική κατάσταση, για τη libido, τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Για τη διάγνωση στυτικής λειτουργίας ο ειδικός θα πρέπει να μάθει επίσης αν υπάρχει προηγούμενη θεραπευτική αγωγή για την στυτική δυσλειτουργία, ενώ θα χρειαστεί λεπτομερές ιατρικό και το ψυχιατρικό ιστορικό, καθώς όλες τις πληροφορίες για χειρουργικές επεμβάσεις και τη χρήση ή την κατάχρηση φαρμάκων.

Στυτική δυσλειτουργία και διάγνωση: Κλινική εξέταση και έλεγχος

Για να γίνει διάγνωση στη στυτική δυσλειτουργία θα πρέπει να εξετασθούν κλινικά τα συστήματα που μπορούν να σχετίζονται με το πρόβλημα της στύσης. Τέτοια συστήματα είναι το ουροποιητικό, το ενδοκρινές, το αγγειακό και το νευρικό. Σε άνδρες που είναι άνω των 50 ετών και παρουσιάζουν στυτική δυσλειτουργία γίνεται και δακτυλική εξέταση του προστάτη. Για τη διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας γίνεται επίσης και εργαστηριακός έλεγχος στο αίμα της γλυκόζης, της τεστοστερόνης και σε κάποιες περιπτώσεις έλεγχος της προλακτίνης, του PSA και των λιπιδίων.

Στυτική δυσλειτουργία και διάγνωση: Η σημασία της συμμετοχής συντρόφου

Στο κεφάλαιο στυτική δυσλειτουργία και διάγνωση σημαντική είναι η συμμετοχή της συντρόφου του άνδρα που αντιμετωπίζει πρόβλημα. Η επικοινωνία με τον ασθενή και τη σύντροφο του θα βοηθήσει τον γιατρό να κατανοήσει τη διάγνωση και να αποφασίσει τη θεραπεία. Για το λόγο αυτό, η σύντροφος είναι ανάγκη να συμμετέχει σε όλες τις διαδικασίες διάγνωσης της στυτικής δυσλειτουργίας, ώστε να μπορεί να αντιληφθεί τις ανάγκες του συντρόφου της, την διαταραχή και την επιλογή της θεραπείας.

Στυτική δυσλειτουργία και θεραπεία

Εκείνο που έχει σημασία να γνωρίζει ο ασθενής είναι πως η στυτική δυσλειτουργία είναι σύμπτωμα και ο ειδικός καλείται να ανακαλύψει τα αίτια και τους παράγοντες κινδύνου. Γι αυτό και στο κεφάλαιο στυτική δυσλειτουργία και θεραπεία συμπεριλαμβάνονται πολλές θεραπευτικές επιλογές. Η αντιμετώπιση στυτικής δυσλειτουργίας μπορεί να είναι φαρμακευτική, ψυχοκοινωνική ή χειρουργική.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η στυτική δυσλειτουργία θεραπεύεται με την αντιμετώπιση του συμπτώματος και σπανιότερα με την αντιμετώπιση της αιτίας. Εκείνο που είναι επίσης απαραίτητο είναι η θεραπεία στη στυτική δυσλειτουργία να περιλαμβάνει και την τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου. Ο ειδικός θα πληροφορήσει τον ασθενή και τη σύντροφο του για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες, καθώς και για τα αποτελέσματα και τις παρενέργειές τους.

Στυτική δυσλειτουργία και θεραπεία: Οι παράγοντες κινδύνου

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ) η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου είναι το αρχικό βήμα στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Ο ειδικός θα εξετάσει όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τη στυτική δυσλειτουργία, όπως είναι η έλλειψη άσκησης, το κάπνισμα, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, τα υψηλά επίπεδα χοληστερίνης, η υπέρταση. Θα προσπαθήσει επίσης να βοηθήσει τον ασθενή να αλλάξει συνήθειες και να τροποποιήσει τους παράγοντες κινδύνου, γεγονός που θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της πάθησης και στην αποφυγή της επιδείνωσης, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που η τροποποίηση των παραγόντων αυτών μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας.

Όπως τονίζει η Εθνική Υπηρεσία Υγείας της Βρετανίας (Νational Health Service - NHS) οι συστάσεις του γιατρού είναι ανάλογα με τη περίπτωση η διακοπή του καπνίσματος, η απώλεια βάρους, η λιγότερη κατανάλωση αλκοόλ και η τακτική άσκηση. Αν σε τρεις εβδομάδες δεν υπάρχει βελτίωση, τότε ο ασθενής πρέπει να ξαναεπισκεφθεί τον γιατρό του.

Στυτική δυσλειτουργία και θεραπεία: Τα αίτια

Τα αίτια που προκαλούν τη στυτική δυσλειτουργία και η αντιμετώπισή τους είναι το δεύτερο βήμα στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Αν τα αίτια είναι ψυχογενή, ο ειδικός θα προτείνει ψυχο-θεραπευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Από την άλλη, αν τα αίτια είναι ενδοκρινικά ο γιατρός θα ερευνήσει κυρίως για δύο παθήσεις, τον υπογοναδισμό και την υπερπρολακτιναιμία.

Ο υπογοναδισμός οδηγεί στη μείωση της παραγωγής τεστοστερόνης. Η θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας που οφείλεται σε υπογοναδισμό περιλαμβάνει ορμονοθεραπεία. Η υπερπρολακτιναιμία αφορά στα υψηλά επίπεδα προλακτίνης στο αίμα και ευθύνεται για μειωμένη libido. Η αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας που οφείλεται σε υπερπρολακτιναιμία περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ μπορεί να χρειασθεί και χειρουργική θεραπεία.

Η απόφραξη των αρτηριών μετά από τραύμα στο πέος είναι αιτία για στυτική δυσλειτουργία σε νέους ασθενείς και αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση. Είναι χαρακτηριστικό, ωστόσο, ότι όλα αυτά τα αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας εντοπίζονται μόνο στη μειονότητα των ασθενών.

Στυτική δυσλειτουργία και θεραπεία: Το σύμπτωμα

Στις περισσότερες περιπτώσεις στυτικής δυσλειτουργίας ο γιατρός καλείται να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα. Κι αυτό γιατί η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται σε αγγειακά ή νευρολογικά αίτια που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Στυτική δυσλειτουργία και μηχανικές μέθοδοι

Η μηχανική μέθοδος με τη συσκευή αρνητικής πίεσης για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνει αντλία και κύλινδρο, που δημιουργεί κενό γύρω από το πέος και προκαλεί τη διόγκωση του. Η στύση που προκαλείται με τη μέθοδο αυτή δεν είναι φυσιολογική και γι αυτό η θεραπεία αυτή αποτελεί λύση για ηλικιωμένους ασθενείς που έχουν περιστασιακές επαφές. Η αποτελεσματικότητα μπορεί να φτάσει έως και στο 90%, αλλά η εφαρμογή της συσκευής δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 30 λεπτά.

Πηγή:

Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ)