Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής: Δικαιούνται οι γιατροί να μη συμπράττουν σε εκτρώσεις για λόγους συνείδησης

Δικαίωμα οποιουδήποτε ιατρού αποτελεί η άρνηση τόσο της διενέργειας τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης, όσο και της σύμπραξης με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτήν, για συνειδησιακούς λόγους, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, εξέτασε το ζήτημα που ανέκυψε από την ανακοίνωση των αναισθησιολόγων του δημόσιου νοσοκομείου της Σάμου, περί άρνησης συμμετοχής τους σε ιατρικές πράξεις διακοπής της εγκυμοσύνης για λόγους συνείδησης, εφ’ όσον δεν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία της εγκύου.

Η Επιτροπή κρίνει απαραίτητη την παρέμβασή της, λόγω του σοβαρού δημόσιου προβληματισμού που προκλήθηκε από την εν λόγω ανακοίνωση και την ανάγκη πρακτικής αντιμετώπισης του ηθικού διλήμματος που αυτή ανέδειξε.

Τα δεδομένα

Η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης για οποιονδήποτε λόγο αποτελεί ιατρική πράξη, με την οποία αντιμετωπίζεται μια κρίσιμη σύγκρουση αξιών: αφ’ ενός της αξίας της ζωής του κυοφορουμένου και, αφ’ ετέρου, της αυτονομίας της γυναίκας που κυοφορεί. Η αυτονομία της γυναίκας αναλύεται σε σειρά θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως των δικαιωμάτων της ζωής, της υγείας, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Με την επιλογή της διακοπής της εγκυμοσύνης, προτεραιότητα δίνεται στην αυτονομία της γυναίκας, ως υπέρτερου αγαθού από τη ζωή του κυοφορουμένου.

 

Η βασική αυτή αξιολόγηση έχει γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτή από το δίκαιο, στη συντριπτική πλειονότητα των εθνικών εννόμων τάξεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών της Ε.Ε., των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας. Δικαιολογείται από την παραδοχή που θέλει το ανθρώπινο έμβρυο να μην αποκτά την ιδιότητα του «προσώπου» (άρα του υποκειμένου δικαιωμάτων) έως τη στιγμή της γέννησης. Η παραδοχή αυτή, πάντως, δεν αρνείται την αξία της ζωής του εμβρύου, ήδη από τη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου. Για τον λόγο αυτόν, η διακοπή της εγκυμοσύνης κατά κανόνα απαγορεύεται (και μάλιστα τιμωρείται από την ποινική νομοθεσία), μόνο δε κατ’ εξαίρεση συγχωρείται για να προστατευθεί η αυτονομία της γυναίκας.

Μεταξύ των εννόμων τάξεων υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους λόγους της επιτρεπτής διακοπής της εγκυμοσύνης. Η βασική διάκριση εντοπίζεται, εδώ, μεταξύ κρατών που τη δέχονται μόνον για την προστασία της ζωής και της υγείας της γυναίκας και κρατών που προσθέτουν σε αυτούς τους λόγους και άλλους. Σημαντικότερος από τους άλλους αυτούς λόγους είναι η αναγνώριση της απολύτως ελεύθερης επιλογής της γυναίκας να τεκνοποιήσει (επομένως και να διακόψει την εγκυμοσύνη) στο πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης του εμβρύου, το οποίο συνήθως οριοθετείται στο πρώτο τρίμηνο από τη στιγμή της σύλληψης.

Η ελληνική έννομη τάξη ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία κρατών. Με το άρθρο 304 του Ποινικού Κώδικα, η νομοθεσία μας δικαιολογεί την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης α) για την προστασία της ζωής ή της υγείας της εγκύου, χωρίς χρονικό περιορισμό, β) ως ελεύθερη επιλογή της εγκύου, μέχρι τη 12η εβδομάδα της εγκυμοσύνης, γ) για λόγους παθολογίας του εμβρύου, μέχρι την 24η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και δ) για «κοινωνικούς» λόγους (σε περιπτώσεις αιμομιξίας ή βιασμού), μέχρι τη 19η εβδομάδα της εγκυμοσύνης.

Οι επιλογές του νόμου βασίζονται σε συγκεκριμένες ηθικές αξιολογήσεις, παράγοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεσμεύουν κάθε πολίτη, χωρίς πάντως να «καταργούν» τον ηθικό προβληματισμό. Ο προβληματισμός αυτός παραμένει ελεύθερος, αφορά δε κυρίως τη συνείδηση του καθένα, που μπορεί και να διαφωνεί με τον νόμο. Στις δημοκρατικές κοινωνίες, η ελευθερία αυτή της συνείδησης δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική δυνατότητα («η συνείδηση δεν φυλακίζεται»), αλλά κατοχυρώνεται επίσης ως θεμελιώδες δικαίωμα.

Οι ελευθερίες της συνείδησης και της έκφρασης στο ελληνικό δίκαιο αναγνωρίζονται, κατ’ αρχήν, στο επίπεδο του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Ειδικά, ωστόσο, στην ιατρική πρακτική, ο νομοθέτης κατοχύρωσε το δικαίωμα συνειδησιακής αντίρρησης του ιατρού στη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων με ιδιαίτερη ηθική και θρησκευτική φόρτιση, όπως η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης, η θεραπεία αντισύλληψης, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή κ.λπ. (άρθ. 2 παρ. 5 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας – ν. 3418/2005).

Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελεί δικαίωμα οποιουδήποτε ιατρού η άρνηση τόσο της διενέργειας τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης, όσο και της σύμπραξης με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτήν, για συνειδησιακούς λόγους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό απολαμβάνουν όλοι οι ιατροί, ανεξάρτητα από τη μονάδα που παρέχουν τις υπηρεσίες τους (δημόσιο ή ιδιωτικό νοσοκομείο, κέντρο υγείας, ιδιωτικό ιατρείο κ.λπ.). Επί πλέον, η αντίρρηση συνείδησης, εν προκειμένω, δεν είναι απαραίτητο να τεκμηριώνεται ειδικά από τον ιατρό, καθώς αποτελεί κατ’ εξοχήν ζήτημα του forum internum της προσωπικότητας: αρκεί η επίκληση της αντίρρησης, για να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα αποχής από τη συγκεκριμένη πράξη.

Προτάσεις

Υπό τους όρους αυτούς, η Επιτροπή διαπιστώνει μια προφανή σύγκρουση αξιών μεταξύ, αφ’ ενός, του νόμιμου δικαιώματος της γυναίκας να διακόψει την εγκυμοσύνη της, ανεξάρτητα από κίνδυνο της ζωής ή της υγείας της, όπως ορίζει ο νόμος, και, αφ’ ετέρου, του δικαιώματος άρνησης της συγκεκριμένης πράξης από έναν ή περισσότερους ιατρούς που εκείνη επιλέγει.

Η σύγκρουση καθίσταται πιο σημαντική, όταν η γυναίκα προσφεύγει σε δημόσιο νοσοκομείο για να ασκήσει το δικαίωμά της. Διότι, εξ ορισμού, από τη δημόσια παροχή φροντίδας υγείας δεν νοείται να εξαιρούνται νόμιμες ιατρικές πράξεις προς όλους τους πολίτες, εν όψει του κοινωνικού δικαιώματος της Υγείας (άρθ. 21 παρ. 3 Συντ.). Επομένως, η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίσει με αποτελεσματικό τρόπο τη διενέργεια κάθε νόμιμης ιατρικής πράξης, ανεξάρτητα μάλιστα από τους λόγους που αυτή εμποδίζεται (οικονομικούς, διοικητικούς ή ηθικούς).

Για την Επιτροπή δεν αποτελεί ενδεδειγμένη ηθικά λύση η επιβολή υποχρέωσης στους ιατρούς δημόσιου νοσοκομείου που εκφράζουν συνειδησιακή αντίρρηση στην τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης, να προβούν σε τέτοια πράξη, εν όψει του υπαλληλικού τους καθήκοντος. Τούτο, διότι η αντίρρηση αυτή αποτελεί κατοχυρωμένο δικαίωμα και μάλιστα ειδικά στο πλαίσιο του ιατρικού δικαίου, με υποκείμενο κάθε ιατρό: μια υποχρέωση «παραίτησης» από το δικαίωμα αυτό των ιατρών δημόσιων νοσοκομείων, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη εξαίρεσή τους από το διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο της ιατρικής δεοντολογίας.

Εξ άλλου, η πρόβλεψη όρου «παραίτησης» από το δικαίωμα για τον διορισμό ιατρών σε δημόσια νοσοκομεία –ακόμη και αν πρόκειται για κάποιο ποσοστό αυτών- επίσης δεν ενδείκνυται, κυρίως διότι θα αγνοούσε το ενδεχόμενο μιας μεταγενέστερης αλλαγής πεποιθήσεων ορισμένων από αυτούς.

Λύσεις, ωστόσο, υπάρχουν και, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα μπορούσαν να είναι:

– Είτε η πρόβλεψη διενέργειας της πράξης από ιδιώτες ιατρούς, με επιβάρυνση της δημόσιας ασφάλισης.

– Είτε η πρόβλεψη μετάβασης ιατρού από άλλο δημόσιο νοσοκομείο για τη διενέργεια της πράξης στο νοσοκομείο του τόπου κατοικίας της ενδιαφερομένης.

– Είτε η διευκόλυνση μεταφοράς της τελευταίας σε άλλο δημόσιο νοσοκομείο για τη διενέργεια της ιατρικής πράξης, ιδίως όταν η περιοχή που κατοικεί η ενδιαφερόμενη είναι απομακρυσμένη.

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει την ανάγκη εκπόνησης από την Πολιτεία μιας ολοκληρωμένης πολιτικής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, ενημέρωσης για τις ασφαλείς μεθόδους αντισύλληψης και οικογενειακού προγραμματισμού, που θα εντάσσεται κατά πρώτο λόγο στη σχολική εκπαίδευση, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτήν.

Μια τέτοια πολιτική πρέπει να βασίζεται, αφ’ ενός, σε έγκυρη επιστημονική τεκμηρίωση και, αφ’ ετέρου, στον σεβασμό των αξιών μιας ελεύθερης κοινωνίας που είναι ασύμβατες με την ενοχοποίηση της σεξουαλικής ζωής και συναφείς αναχρονιστικές προκαταλήψεις. Με την πολιτική αυτή, η Πολιτεία καλείται να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί για τον δραστικό περιορισμό του φαινομένου των αμβλώσεων και των τραυματικών συνεπειών του στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΕΣ ΓΝΩΜΕΣ

  1. Το μέλος της Επιτροπής Σεβ. Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας κ.κ. Ευσέβιος διατύπωσε την εξής μειοψηφούσα γνώμη:

Τοποθέτησις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. Εὐσεβίου σχετικῶς μέ τίς ἐκτρώσεις.

Συγχαίροντες ἐκ μέση καρδίας τούς Ἰατρούς Ἀναισθησιολόγους τοῦ Νοσοκομείου Σάμου, οἱ ὁποῖοι ἐνάντια στό ρεῦμα τοῦ κόσμου, ἐπέδειξαν ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης, ῥωμαλαῖο ἦθος καί ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ἐπιθυμοῦμε νά διευκρινίσουμε, ὅτι τό ἐπράξαμε ἀφ’ἑνός μέν διότι ἀπέδειξαν ὅτι τόσο ὁ ἰατρικός Κώδικας δεοντολογίας (25,5) ὅσο καὶ ὁ Χάρτης θεμελιωδῶν δικαιωμάτων (10,1), ἔτσι ὅπως καταρτίστηκαν μετὰ ἀπό πολλούς ἀγῶνες στὸ ὄνομα τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας καὶ τοῦ σεβασμοῦ στὴν ἐλευθερία τῆς συνείδησης, λειτουργοῦν ἄψογα καὶ ἐφαρμόζονται ἔμπρακτα στὴν περίπτωσή τους.

Ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπειδή ἡ κίνηση αὐτή ἀποτελεῖ ἕνα πρῶτο βῆμα πρός τήν ἠθική μας ἀναβάθμιση, ὡς μία παρήγορη καί αἰσιόδοξη πρόταση ἐνάντια στην ἐθνική μας γενοκτονία, καθώς στά ἀκριτικά μας Νησιά τῆς Σάμου, τῆς Ἰκαρίας καί τῶν Φούρνων βιώνουμε ἔντονα τήν συρρίκνωση τοῦ πληθυσμοῦ, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μείωσης τῶν γεννήσεων καί τῆς αὔξησης τῶν ἐκτρώσεων.

Ὡς μέλος μάλιστα τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς, ἐπιθυμῶ νά καταθέσω ἐγγράφως καί προφορικῶς τήν θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἔκτρωση ἤ ἄμβλωση ἤ ἡ γιά ὁποιδήποτε λόγο διακοπή τῆς κύησης, ὀνομάζεται ὡς καθαρός φόνος. Τό κυοφορούμενο ἔμβρυο εἶναι ἄνθρωπος κανονικός, διότι ἐξ ἄκρας συλλήψεως συνυπάρχει ἐν ζωῇ ἡ ψυχή μέ τό σῶμα.

Πέρα ὅμως ἀπό τήν διάσωση τοῦ ἑνός ἀνθρώπου, πού ἔμελλε νά δολοφονηθεῖ μέσα ἀπό τήν ἔκτρωση, διασώζεται καί ἡ ψυχή τῆς Μητέρας, καθώς καί ὅλων ὅσοι συμμετέχουν σέ ἕνα τέτοιο ἔγκλημα. Ἰδίως ὅμως ἡ Μητέρα διασώζεται, καθώς γνωρίζουμε πάμπολλες περιπτώσεις, κατά τίς ὁποῖες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καλεῖται μέ τήν χάρη τῶν ἱερῶν Μυστηρίων νά ἐπουλώσει ψυχικά τραύματα καί νά θεραπεύσει ἀνοιχτές πληγές, πού προκαλοῦνται ἀπό τέτοιες πρακτικές, πολύ ἐπώδυνες ἐφ’ ὅρου ζωῆς! Πληγές οἱ ὁποῖες ἀπό τόν κόσμο καί τό φρόνημά του «ἐπουλώνονται» συνήθως μὲ τὴ συνδρομή ψυχοφαρμάκων, καθώς ἀπουσιάζει ὁποιαδήποτε μέριμνα ψυχικῆς ὑποστήριξης μετά τὴν ἔκτρωση! Διότι σύμφωνα μέ ἐπιστημονική γνωμάτευση, «ἡ ἔκτρωση εἶναι μία ψυχοφθόρος διαδικασία μέ ἐπιπτώσεις στήν ψυχική ὑγεία τῆς γυναίκας, πού τήν ἀκολουθοῦν σέ ὅλη τή ζωή της καί περιγράφονται μέ τόν ὅρο «μετεκτρωτικό σύνδρομο». Πρόκειται για μιά εἰδική κατηγορία μετατραυματικῆς ἀγχώδους διαταραχῆς» (Βλ. Δρ. Ζωῆς Δ. Σιάσου, Μαιευτῆρος Χειρουργοῦ, Γυναικολόγου, Τό πραγματικό κόστος μιᾶς ἔκτρωσης, περ. ΑΚΤΙΝΕΣ τ.763, ΜΑΪΟΣ- IΟΥΝΙΟΣ 2017, σ. 87).

Καὶ ἀναλογισθεῖτε πόσο ποιὸ ἐπώδυνη ἀποβαίνει, ὅταν ἡ ἡλικία «κατεβαίνει» ἐπικίνδυνα στὰ «χρόνια τῆς ἀθωότητας», ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ νὰ λέγονται, καθώς δέν εἶναι λίγες οἱ φορές, ὅπου μετά ἀπό μία ἔκτρωση σέ μικρή ἡλικία, ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά τεκνοποιήσει ὅταν πλέον τό ἐπιθυμεῖ.

Τώρα στήν αἰτίαση, ὅτι ὁ νόμος δίνει τό δικαίωμα τῆς διακοπῆς τῆς κυήσεως, ὅταν αὐτή κριθεῖ ἀνεπιθύμητη, ἀπαντοῦμε ὅτι πάνω ἀπό τόν ἀνθρώπινο νόμο εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος δίνει τήν ζωή, Ἐκεῖνος δανείζει τήν ὕπαρξη, Ἐκεῖνος χαρίζει τόν ἄνθρωπο καί Ἐκεῖνος, ὅταν θέλει τόν λαμβάνει καί τόν μεθιστᾶ στήν ἄλλη διάσταση ζωῆς.

Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός συχνά καλεῖται ὄχι νά παρακούσει, ἀλλά νά ὑπερβεῖ ἐνσυνείδητα τόν νόμο, ὅταν αὐτός ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.

Στήν «Πρός Διόγνητον ἐπιστολή», ἕνα ἀπολογητικό κείμενο τῆς Χριστιανικῆς Γραμματείας τῶν πρώτων αἰώνων, ὁ ἄγνωστος συγγραφέας, ἐξηγώντας τί σημαίνει νά εἶσαι Χριστιανός, γράφει σέ κάποιο σημεῖο χαρακτηριστικά: «Οἱ Χριστιανοί ὑπακούουν στοὺς νόμους τοῦ κράτους, ἄλλα μὲ τὴ ζωὴ τους ὑπερβαίνουν τοὺς νόμους».

Πέραν τούτων ὅμως, ὁ νόμος φαίνεται πώς ἀντιφάσκει, ἰδίως ὅταν γίνεται λόγος γιά «κατοχυρωμένο δικαίωμα τῆς γυναίκας» ἤ γιά δικαίωμα αὐτοδιάθεσης τοῦ σώματός της, (ὅπως ἀναφέρθηκε ἀκόμη καί στίς ἐπερωτήσεις βουλευτῶν) καθώς σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 1711 ΑΚ τό κυοφορούμενο ἔμβρυο θεωρεῖται νόμιμος κληρονόμος, ἀφοῦ τονίζεται ὅτι «Κληρονόμος μπορεί να γίνει μόνο εκείνος που κατά το χρόνο της κληρονομίας βρίσκεται στην ζωή ή έχει τουλάχιστον συλληφθεί…». Ἐπίσης τό ἄρθρο 34 ΑΚ σέ συνδυασμό μέ τό 36 ΑΚ κατοχυρώνουν τήν δυνατότητα τοῦ ἐμβρύου νά ἔχει δικαιώματα, μέ πρῶτο αὐτό τό δικαίωμα στή ζωή, τό ὁποῖον, ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, δέν δύναται οὔτε ἡ γυναῖκα-μητέρα νά τό παραβιάσει.

Ἐπίσης πρέπει νά ἀναφέρουμε, πώς πουθενά δέν ἔγινε λόγος γιά τήν ψυχή τοῦ ἐμβρύου τήν ὁποίαν ἐγκαθιστᾶ ὁ Θεός μέ τήν ἄκτιστη πνοή Του, ὅπως ἔγινε καί μέ τόν πρῶτο ἄνθρωπο τόν Ἀδάμ.

Οὔτε ὅμως ἀκούσθηκε κάτι καί γιά τό δικαίωμα τοῦ ἄνδρα-πατέρα, ἀφ’ᾗς στιγμῆς μάλιστα σύμφωνα μέ τό ἰσχῦον νομικό πλαίσιο δικαίου, ἐπαληθευθέντος ἀπό σειρά δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἡ γυναίκα δέν φαίνεται νά ἔχει κατ’ ἀποκλειστικότητα ἀπόλυτο δικαίωμα ἐπιλογῆς, καθώς τό κυοφορούμενο ἔμβρυο δέν ἐμπίπτει στήν αὐτοδιάθεσή της, ἀφοῦ φορεῖς τοῦ ἐννόμου ἀγαθοῦ τοῦ ἐμβρύου εἶναι ἐκεῖνοι, πού ἔχουν συμβάλει στήν δημιουργία του, δηλαδή ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα. (Βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἐγκλήματα κατά προσωπικῶν ἀγαθῶν, 2006 σ. 68).

Εἰρήσθω δέ ἐν παρόδῳ ὅτι μᾶς πονᾶ πολύ ἡ ὑποκρισία τῆς σύγχρονης κοινωνίας μας, ὅταν ἐπικροτεῖ νόμους, πού ὁρίζουν τιμωρίες (καί ὀρθῶς ποιοῦν) γιά κακοποιήσεις ἤ θανάτους ζώων ἤ καλῶς καὶ ἁγίως μεριμνᾶ καὶ φροντίζει γιὰ τὴ διαιώνισή τους, καθὼς κάποια εἴδη κινδυνεύουν νὰ ἀφανιστοῦν, καί ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα νομοθετεῖ ἀνερυθρίαστα νά θανατώνονται μέ τὸν παλαιό καὶ δοκιμασμένο τρόπο τοῦ Ἡρώδη βρέφη ἄωρα καί μάλιστα πλήρως ἀνυπεράσπιστα, θυσιαζόμενα στό βωμό τῆς ἡδονῆς, τῆς ἐγωπάθειας καί τῆς φιλοχρηματίας.

Ἀπέναντι σ’αὐτὴ τὴν κατάφωρη ἀδικία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν εὐθύνη καὶ τὸ σθένος νὰ ὑψώνει τὴ φωνή Της καὶ νὰ καλεῖ ἅπαντας στὸν ὡραῖο ἀγῶνα γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν ἀνθρώπων πού ἀδυνατοῦν μάλιστα λόγῳ τῆς ἐμβρυακῆς τους καταστάσεως νά προστατευθοῦν…ἀπό τήν μητέρα ἤ τούς γονεῖς!

Κατακλείοντας ἐπισημαίνουμε ὅτι ἐπ’ οὐδενί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δέν μπορεῖ νά εὐλογήσει ἀπάνθρωπες καί ἐγκληματικές μεθόδους, πού ἁπλῶς ἐπιχειροῦν νά καλύψουν τό κενό τῆς ἐλλιποῦς ἐνημέρωσης τῆς σύγχρονης οἰκογένειας καί τοῦ προγραμματισμοῦ της. Νὰ συναινέσει ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ στὴν ἐργαλειοποίηση τῆς ἐρωτικῆς συνάφειας «χάριν παιδείας», εὐνουχίζοντας συναισθηματικά τὴ νέα γενιά, ἡ ὁποῖα μέσα στὴ σύγχυση τῶν καιρῶν δὲν φαίνεται νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ὀμορφιὰ τῆς σχέσης καὶ τὴν δυναμική ὁλοκλήρωσή της. Καὶ ἀπόδειξη οἱ δηλώσεις τῶν συμμετεχόντων στό 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Γυναικολογικῆς Ἐνδοκρινολογίας, πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα στίς 11 καί 12 Φεβρουαρίου 2017, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες «στήν Ἑλλάδα γίνονται κάθε χρόνο 150.000 ἐκτρώσεις, ἀπό τίς ὁποῖες οἱ 30.000 χιλιάδες ἀφοροῦν σέ ἔφηβες γυναῖκες ἡλικίας κάτω τῶν 16 ἐτῶν!», ἀλλά καί τήν δυνατότητα, πού δίνει ὁ ἀνθρώπινος νόμος νά ἐπιλέγουμε μέ αὐθάδεια ἔναντι τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ, ποιός πρέπει νά ζήσει καί ποιός ὄχι, ἄς ἀναρωτηθοῦμεν μήπως ἀποδεχόμαστε τελικῶς στή σύγχρονη ἐποχή τόν ἀρχαῖο «καιάδα» (ἄν τελικῶς ὑπῆρξε κι αὐτός) γιά τόν ὁποῖον, ὡς μαθητές αἰσθανόμασταν ἀποτροπιασμό στό ἄκουσμα τῆς λέξης καί μόνον;

Καὶ «ἐάν ἡμεῖς σιωπήσωμεν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. ιθ΄40) γιὰ τὴν ἀδικία ἀπέναντι στὸ ἀγέννητο παιδί.

Γιὰ τὴ σύγχυση τῶν νέων ζευγαριῶν.

Γιὰ τὴν ἀνευθυνότητα τῶν ἀγοριῶν μας καὶ τὴν ἐπιπολαιότητα τῶν κοριτσιῶν μας. Τὰ παραπάνω δὲν συνιστοῦν οὔτε καταγγελία οὔτε λίθο ἀναθέματος σὲ ὅσους νέους μας παρασύρονται…

Εἶναι ἡ πατρική φωνή καὶ ἡ σπαρακτική κραυγή τῆς καρδιᾶς μας γιὰ τὰ νέα ζευγάρια μας, ποὺ ἀθέλητα, ἀψυχολόγητα καὶ ἀνυποψίαστα γίνονται φονεῖς τῶν παιδιῶν τους. γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο ὅσων δὲν πρόλαβαν νὰ χαροῦν τὴ ζωή. Γιὰ ὅσους ταλανίζονται ψυχικά καὶ σωματικά μετὰ ἀπό τὸ μεγάλο τραῦμα τῆς ἔκτρωσης.

Καὶ ἄν δέν ἐπείσθητε ἀκόμη, θυμηθεῖτε τὰ λόγια τοῦ ποιητῆ:

Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν,

θα ‘ρθουν, θα περάσουν.

Κριτές θα μας δικάσουν

οι αγέννητοι, οι νεκροί. (Κωστῆς Παλαμᾶς).

  1. Επίσης, το μέλος της Επιτροπής Καθ. κα Αθηνά Κοτζάμπαση διατύπωσε την εξής μειοψηφούσα γνώμη:

«Θα ήθελα να παρατηρήσω:

(α) Ότι το θέμα δεν είναι η τεχνητή διακοπή της κύησης αλλά η άρνηση των γιατρών της δημόσιας υγείας να παρέχουν νόμιμες υπηρεσίες, όπως είναι η τεχνητή διακοπή της κύησης – η οποία είναι ελεύθερη και χωρίς προϋποθέσεις για τη γυναίκα τις πρώτες 12 βδομάδες, με βάση το άρθρο 304 ΠΚ.

(β) στην πρώτη παράγραφο θα μπορούσε να διατυπωθεί «…αντιμετώπισης του -προσωπικού-ηθικού διλήμματος», και

(γ) στα συμπεράσματα, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αναφέρεται ότι:

“πρέπει να υπάρχει πρόνοια εκ μέρους των γιατρών ή του νοσοκομείου για την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υγείας και άρα και για την ύπαρξη διαθέσιμου προσωπικού π.χ. άλλων αναισθησιολόγων, ειδικά στα νησιά, όπως γίνεται και σε κάθε απεργία των νοσοκομειακών γιατρών”».

 

 

In this article