Καρκίνος μαστού: «Η έγκαιρη διάγνωση σώζει ζωές». Του Χρήστου Μαρκόπουλου MD, PhD, FEBS Καθηγητή Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας στην εποχή μας, προσβάλλοντας στη χώρα μας περισσότερες από 4.000 γυναίκες κάθε χρόνο. Η συχνότητά του συνεχίζει να αυξάνεται παγκοσμίως και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουμε περίπου 400.000 νέες περιπτώσεις ανά έτος.  Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια έχει διαπιστωθεί διεθνώς ότι μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των γυναικών που χάνουν τη ζωή τους από τη νόσο. Το γεγονός αυτό βασίζεται κυρίως στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου σε ‘πρώϊμο’ στάδιο και κατά δεύτερο λόγο στην εξέλιξη και την εφαρμογή νέων και αποτελεσματικότερων θεραπειών.

Η βασική αιτία του Καρκίνου του Μαστού παραμένει άγνωστη. Η πιθανότητα όμως μίας γυναίκας να εμφανίσει τη νόσο είναι ανάλογη με τους ‘προδιαθεσικούς’ παράγοντες κινδύνου που συγκεντρώνει, και τέτοιοι είναι: η ηλικία (όσο μεγαλώνει αυξάνει η πιθανότητα να αναπτύξει καρκίνο του μαστού), το θετικό οικογενειακό ιστορικό (κυρίως μητέρα ή αδελφή με καρκίνο μαστού), η διάρκεια των ετών της περιόδου (πρώιμη εμμηναρχή πριν τα 9 έτη και καθυστερημένη εμμηνόπαυση μετά τα 55), ατεκνία ή καθυστερημένη πρώτη κύηση μετά την ηλικία των 35 ετών, παχυσαρκία, μακροχρόνια χρήση ορμονικής υποκατάστασης.

Επιπλέον, σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει και η πιθανότητα κληρονομικότητας. Στον κληρονομικό καρκίνο του μαστού, έχουμε εντοπίσει γονίδια (BRCA1&2), τα οποία ευθύνονται για την εμφάνισή του. Η ύπαρξη μίας μετάλλαξης σε ένα τέτοιο γονίδιο, αυξάνει πάρα πολύ την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου που φθάνει περίπου στο 80% κατά τη διάρκεια της ζωής της γυναίκας, ενώ συγχρόνως συνοδεύεται από υψηλή πιθανότητα, περίπου 60%, εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών. Ο κληρονομικός όμως καρκίνος του μαστού, αποτελεί μικρό ποσοστό των καρκίνων. Σε 100 γυναίκες με καρκίνο του μαστού, ο κληρονομικός καρκίνος θα ευθύνεται για την προσβολή 5-7 γυναικών. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί το να κάνει μία γυναίκα τα γενετικά τεστ και να αποδειχθούν αρνητικά, δεν πρέπει να εφησυχάσει. Απλά, έχει αποκλείσει αυτό το ποσοστό του 5-7%. Άρα, θα πρέπει να εξακολουθεί τους ελέγχους της κανονικά. 

Ο καρκίνος του μαστού παρουσιάζεται συνήθως σαν μια ανώδυνη σκληρία που δεν υπήρχε στο παρελθόν και η οποία μεγαλώνει σε μέγεθος, δεν υπάρχει στο αντίστοιχο σημείο του άλλου μαστού και δεν υποχωρεί μετά τη περίοδο (σε γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση). Άλλες φορές, το πρώτο σημάδι ενός καρκίνου μπορεί να είναι κάποιο ‘βαθούλωμα’ ή μια ρυτίδωση στο δέρμα του μαστού ή ακόμη μία αλλαγή στο μέγεθος, το περίγραμμα ή το σχήμα του. Σε όγκους που αναπτύσσονται κοντά ή πίσω από τη θηλή, το πρώτο σημάδι μπορεί να είναι ένα τράβηγμα της θηλής προς τα μέσα – εισολκή της θηλής – ή σπανιότερα ένα αιματηρό έκκριμα από τη θηλή. Αλλά και η ίδια η θηλή του μαστού, όταν σπάνια παρουσιάζει ένα εξάνθημα ή εξέλκωση που επιμένει για αρκετό καιρό και δεν υποχωρεί με κάποια αντιαλλεργική αλοιφή, μπορεί να είναι ένα σημάδι καρκίνου. 

Στην εποχή μας όμως, ο στόχος είναι να εντοπίσουμε ένα καρκίνο πριν να μας δώσει κάποιο κλινικό, εμφανές σημείο, διότι όσο νωρίτερα διαγνωσθεί ένας καρκίνος του μαστού, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες για επιτυχημένη θεραπεία. Την καλύτερη πορεία έχει ένας μη-διηθητικός καρκίνος (in situ) ή ένας μικρού μεγέθους καρκίνος που ανιχνεύθηκε στη μαστογραφία. Άλλωστε, η αύξηση του ποσοστού των καρκίνων που ανιχνεύονται με τη μαστογραφία, πριν γίνουν αντιληπτοί με τη κλινική εξέταση ή την αυτοεξέταση της γυναίκας, είναι ο κύριος λόγος της βελτίωσης της πορείας των ασθενών με καρκίνο του μαστού στην εποχή μας και κατά δεύτερο λόγο η εξέλιξη και εφαρμογή νέων και αποτελεσματικότερων θεραπειών. 

Οι γυναίκες ηλικίας 35-40 ετών θα πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση των μαστών κάθε δύο χρόνια και να κάνουν με τη πρώτη ευκαιρία το πρώτο έλεγχο με μαστογραφία. Από την ηλικία των 40 ετών, κάθε γυναίκα θα πρέπει να υποβάλλεται σε μαστογραφία και κλινική εξέταση των μαστών της από εξειδικευμένο ιατρό, μία φορά το χρόνο. Όλα αυτά όμως, όπως και ο συγκεκριμένος τρόπος ελέγχου, δηλ. κλινική εξέταση, υπέρηχο, μαστογραφία, μαγνητική κλπ., εξατομικεύονται σύμφωνα με το συγκεκριμένο ιστορικό και την ηλικία της γυναίκας.  Σημαντικό επίσης είναι να τηρείται ο κανόνας του συνδυασμού του ελέγχου με μαστογραφία και κλινικής εξέτασης από εξειδικευμένο στο μαστό ιατρό, διότι κάποιες κλινικές μορφές καρκίνου δεν αναδεικνύονται στη μαστογραφία αλλά φαίνονται στη κλινική εξέταση. 

 

In this article