Σημαντική βελτίωση στη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 από τη σιταγλιπτίνη

Σημαντικά δεδομένα για τον έλεγχο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (A1C) σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, όπως εκείνων με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και αυτών που πρόκειται να ξεκινήσουν θεραπεία με ινσουλίνη μπορεί να επιφέρει η σιταγλιπτίνη, ένας αναστολέας του ενζύμου της διπεπτυλιδικής πεπτιδάσης (DPP-IV), σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατων μελετών που εντάσσονται στο νέο κλινικό πρόγραμμα CompoSIT που διερευνά περαιτέρω τη σιταγλπτίνη.

Ειδικότερα, η κλινική μελέτη CompoSIT-R συνέκρινε την επίδραση της προσθήκης σιταγλιπτίνης, έναντι δαπαγλιφλοζίνης, δραστική ουσία μιας άλλης κατηγορίας αντι-διαβητικών φαρμάκων, των SGLT-2i στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και ήπια νεφρική δυσλειτουργία που λάμβαναν μετφορμίνη με ή χωρίς σουλφονυλουρίες.

Αναφορικά με το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης που ήταν η μεταβολή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης την 24η εβδομάδα, οι ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία που έλαβαν σιταγλιπτίνη ως προσθήκη θεραπείας  πέτυχαν σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (Α1C) σε σχέση με τους ασθενείς που λάμβαναν δαπαγλιφλοζίνη.

Ένα από το δευτερεύοντα σημεία της μελέτης έδειξε ότι το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (Α1C) μικρότερη από 7% ήταν στο σκέλος της σιταγλιπτίνης 43%, σε σχέση με 27% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό στους ασθενείς που λάμβαναν δαπαγλιφλοζίνη.

Σχετικά με την ασφάλεια και οι δύο θεραπείες ήταν καλά ανεχτές, με την συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών συνολικά και των υπογλυκαιμιών να είναι παρόμοια στις δύο ομάδες.

Όσον αφορά την επίδραση της διατήρησης της σιταγλιπτίνης έναντι της διακοπής της κατά την έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη, που διερευνήθηκε κατά τη μελέτη CompoSIT-I, προέκυψε αναφορικά με το πρωτεύον τελικό σημείο ότι οι ασθενείς που ξεκίνησαν θεραπεία με ινσουλίνη και ταυτόχρονα συνέχισαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη σημείωσαν μεγαλύτερη μείωση των επίπεδων γλυκόζης στο αίμα, ενώ σχετικά με ένα από τα δευτερεύοντα σημεία προέκυψε ότι περισσότεροι ασθενείς έφτασαν το συνιστώμενο στόχο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαίρινης (A1C) σε σχέση με εκείνους που σταμάτησαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη. Συγκεκριμένα, πάνω από τους μισούς ασθενείς (54%) που συνέχισαν τη θεραπεία με σιταγλιπτίνη (n=131) πέτυχαν τον συνιστώμενο στόχο για Α1C μικρότερη από 7% σε σχέση με 35% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό στο σκέλος των ασθενών που έλαβαν μόνο ινσουλίνη.

Επιπρόσθετα, οι ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη χρειάζονταν χαμηλότερη ημερήσια δόση ινσουλίνης (53,2 ημερήσιες μονάδες με σιταγλιπτίνη σε σύγκριση με  61.3 ημερήσιες μονάδες σε αυτούς που σταμάτησαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη), μια μεταξύ των ομάδων διαφορά της τάξης των -8.0 μονάδων (95 % CI [-14.6, -1.5], p=0.016). Σε αυτή τη μελέτη οι αλλαγές στο σωματικό βάρος ήταν παρόμοιες στις δύο ομάδες ασθενών μετά από 30 εβδομάδες, ενώ σχετικά με την ασφάλεια και την ανοχή, οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι υπογλυκαιμίες  ήταν παρόμοιες.

Τα παραπάνω αποτελέσματα, των μελετών CompoSIT-I και CompoSIT-R, ανακοινώθηκαν στο πρόσφατο συνέδριο της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας, ενώ επιπλέον ανακοινώσεις από το κλινικό πρόγραμμα CompoSIT αναμένονται σε επόμενα διεθνή συνέδρια που αφορούν τον διαβήτη.

Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της σιταγλιπτίνης σε σχέση με την δαπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο που λαμβάνουν μετφορμίνη με ή χωρίς σουλφονυλουρίες (Abstract #1142-P; CompoSITR). 

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά – τυφλή,  συγκριτική με ενεργό παράγοντα, κλινική μελέτη σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία που λάμβαναν μετφορμίνη  με ή χωρίς σουλφονυλουρία, με την προσθήκη σιταγλιπτίνης (n=307) επιτεύχθηκε μέση μείωση από την αρχική γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη A1C (μέθοδο ελαχίστων τετραγώνων LS) κατά -0.51% ενώ αντίστοιχα με προσθήκη δαπαγλιφλοζίνης (n=306) η μείωση ήταν           -0.36% την εβδομάδα 24. Η διαφορά στη μείωση της A1C μεταξύ των ομάδων ήταν -0.15% (95% CI [-0.26, -0.04]) στατιστικώς σημαντική  (p=0.006), με τη σιταγλιπτίνη να πετυχαίνει και τα δύο κριτήρια μη κατωτερότητας και ανωτερότητας έναντι της δαπαγλιφλοζίνης την εβδομάδα 24.

Η μελέτη αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτλεσματικότητα της προσθήκης σιταγλιπτίνης  100 mg άπαξ ημερησίως ή δαπαγλιφλοζίνης 10 mg άπαξ ημερησίως για τη θεραπεία ασθενών με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR ≥60 and <90 mL/min/1.73 m2) και A1C μεταξύ 7.0 και  9.5% κι ενώ λάμβαναν σταθερή δόση μετφορμίνης ≥1500 mg/day με ή χωρίς σουλφονυλουρία σε δόση ≥50% της μέγιστης ενδεδειγμένης. Οι ασθενείς στο σκέλος της δαπαγλιφλοζίνης έλαβαν 5 mg άπαξ ημερησίως  κατά την εισαγωγή τους στη μελέτη και τιτλοποιήθηκαν σε δαπαγλιφλοζίνη 10 mg άπαξ ημερησίως την εβδομάδα 4. Το πρωτεύον σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μεταβολή της A1C την εβδομάδα 24, με την κύρια υπόθεση της μη κατωτερότητας της  σιταγλιπτίνης έναντι της δαπαγλιφλοζίνης να βασίζεται στο προκαθορισμένο κριτήριο ότι το ανώτερο όριο της μεταξύ τους διαφοράς στο  95% CI (σιταγλιπτίνη μικρότερη της δαπαγλιφλοζίνης) να είναι μικρότερο του ποσοστού της τάξης του 0,3 τοις εκατό. Εάν το ανώτερο όριο ήταν μικρότερο από το 0,0 τοις εκατό, η σιταγλιπτίνη θα οριζόταν και ανώτερη.

Αποτελεσματικότητα και Ασφάλεια της θεραπείας με σιταγλιπτίνη ταυτόχρονα με την έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2  (Abstract #112-LB; CompoSITI).

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, διπλά- τυφλή μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που δεν ήταν επαρκώς ρυθμισμένοι και έπαιρναν μετφορμίνη με διπλή συνδυαστική θεραπεία με σιταγλιπτίνη, η συνέχιση της θεραπείας με σιταγλιπτίνη (n=373) κατέληξε σε μεγαλύτερη μείωση της γλυκόζης στο αίμα την εβδομάδα 30 σε σχέση με αυτούς που διεκοψαν τη λήψη σιταγλιπτίνης (n=370) κατά την έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη. Πιο συγκεκριμένα η μέση μείωση από την αρχική τιμή της A1C που επιτεύχθηκε στους ασθενείς που διατήρησαν τη σιταγλιτπίνη με την έναρξη ινσουλίνης ήταν -1,88% (μέθοδο ελαχίστων τετραγώνων LS από την αρχική) ενώ αντίστοιχα στους ασθενείς που διέκοψαν τη σιταγλιπτίνη,  μείωση -1,42% και η μεταξύ τους διαφορά σε ποσοστό -0,46% (95% CI [-0.58, -0.34], p<0.001).

Επιπλέον σε αυτή τη μελέτη δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας στην ομάδα που διατήρησαν τη σιταγλιπτίνη κατά την έναρξη της ινσουλίνης σε σχέση με εκείνους που τη διέκοψαν. Για τους ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη καταγράφηκαν 1.55 συμβάματα επιβεβαιωμένης συμπτωματικής υπογλυκαιμίας (γλυκόζη αίματος ≤70 mg / dL) ανά ανθρωπο-έτος σε σύγκριση με τα 2.12 συμβάματα ανά ανθρωπο-έτος σε εκείνους που διέκοψαν τη σιταγλιπτίνη και έχοντας ως αποτέλεσμα ποσοστό αναλογίας συμβάντων της τάξης του 0.73 (95% CI [0.54, 0.98], p=0.039). Επιπρόσθετα, οι ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη χρειάζονταν χαμηλότερη ημερήσια δόση ινσουλίνης (53,2 ημερήσιες μονάδες με σιταγλιπτίνη σε σύγκριση με  61.3 ημερήσιες μονάδες σε αυτούς που σταμάτησαν να λαμβάνουν σιταγλιπτίνη), μια μεταξύ των σκελών διαφορά της τάξης των -8.0 μονάδων (95%CI [-14.6, -1.5], p=0.016).

Σε αυτή τη μελέτη οι αλλαγές στο σωματικό βάρος ήταν παρόμοιες στις δύο ομάδες ασθενών μετά από 30 εβδομάδες. Επίσης και οι δύο θεραπείες ήταν καλά ανεχτές, με παρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες και παρόμοιο ποσοστό συμβάντων και συχνότητας υπογλυκαιμιών.

 

 

In this article