«Flash back στην υγειονομική ιστορία της χώρας», συνέντευξη με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ Κατερίνα Γαρδίκα

Ανατρέχοντας στην ιστορία της  Υγείας της χώρας, ποιες είναι οι μεγαλύτερες ασθένειες που αντιμετώπισε ο ελληνικός πληθυσμός και πως κατάφερε να τις ξεπεράσει;

Την επιδημιολογική ιστορία της χώρας διατρέχουν ορισμένες τομές που οριοθετούν και τις δημογραφικές εξελίξεις. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 οι θάνατοι οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό σε λοιμώδεις ασθένειες, οι οποίες στη συνέχεια ελέγχθηκαν με τις προόδους της ιατρικής αλλά και με τη γενικότερη βελτίωση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών. Από τις λοιμώδεις αυτές ασθένειες, εκείνη με την υψηλότερη νοσηρότητα ήταν η ελονοσία, η οποία ενδημούσε άλλωστε σε όλη τη Μεσόγειο. Η ελονοσία έπληττε κυρίως τους κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου αλλά, σε μικρότερο βαθμό, και των πόλεων. Έχει υπολογιστεί ότι στο τέλος του 19ου αιώνα και την αρχή του 20ού κατά μέσο όρο ένας στους τρεις ή τέσσερεις Έλληνες πάθαινε ελονοσία κάθε χρόνο, ενώ η Ελλάδα είχε την υψηλότερη νοσηρότητα από ελονοσία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με δεύτερη την Ιταλία. Από τις άλλες ασθένειες, η σοβαρότερη, λόγω της μεγάλης της θνητότητας, ήταν η φυματίωση. Ενδημούσαν επίσης ο τυφοειδής πυρετός και άλλες ασθένειες μεταδιδόμενες από το νερό, η σύφιλη και τα τραχώματα. Σε περιόδους πολέμων έκανε την εμφάνισή του ο εξανθηματικός τύφος. Τη χώρα επίσης επισκέπτονταν και οι ιστορικές πανδημίες, όπως εκείνες της πανώλους, της χολέρας του 19ου αιώνα και της γρίππης.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών καταστάσεων ξεκίνησε τον 20ό αιώνα με την οικονομική και επιστημονική βοήθεια υπέρ της δημόσιας υγείας της Κοινωνίας των Εθνών και του Ιδρύματος Ροκεφέλλερ κατά τον Μεσοπόλεμο, της UNRRA αμέσως μετά την απελευθέρωση από την γερμανική κατοχή και από την αμερικανική βοήθεια στη συνέχεια. Η εδραίωση και η διατήρηση όμως των ευεργετικών αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής και αμερικανικής υποστήριξης συνδέονται με μεταπολεμική γενικότερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου και με τον εκσυγχρονισμό της ιατρικής εκπαίδευσης.

Έχετε κάνει μία εκτεταμένη και συστηματική έρευνα  σχετικά με την ιστορία της Ελονοσίας που ταλαιπώρησε πολύ την Ελλάδα στο 19ο αιώνα. Πόσο επηρέασε η συγκεκριμένη ασθένεια την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της χώρας αλλά και πόσο συνέβαλλε στη διαμόρφωση της εικόνας που είχαν στη Δυτική Ευρώπη για τον ελληνικό λαό εκείνη την εποχής;

 

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση ελονοσίας και κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης, ουσιαστικά για τη σχέση αρρώστιας και φτώχιας, δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Αφ’ ενός η αρρώστια έπληττε την παραγωγικότητα του αγροτικού πληθυσμού, αφ’ ετέρου η συνολική οικονομική καθυστέρηση της χώρας είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία των κρατικών δομών να στηρίξουν ένα πρόγραμμα καταπολέμησης της ελονοσίας. Ως προς αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα η ελληνική εμπειρία δεν διέφερε από αυτό που συμβαίνει σε όλες τις χώρες που πλήττονται από την ελονοσία ακόμη και σήμερα, οι οποίες, όπως και η Ελλάδα στο παρελθόν, χρειάζονται την ξένη βοήθεια για να υπερβούν το αδιέξοδο, αλλά μια ξένη βοήθεια που να λαμβάνει υπόψη τις εγχώριες πραγματικότητες.

Οι ξένοι επισκέπτες της Ελλάδας το 18ο και 19ο αιώνα έπρεπε να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που έκρυβε, κατά τις αντιλήψεις της εποχής, το κλίμα. Ο θάνατος του λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι το 1824 από πυρετούς ήταν ένα εμβληματικό γεγονός που δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Έπρεπε να είναι εφοδιασμένοι με ποσότητες κινίνου, να αποφεύγουν να ταξιδεύουν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και να ελπίζουν για το καλύτερο! Όσο για τον ίδιο τον λαό και τα στερεότυπα που είχαν οικοδομηθεί για αυτόν, πράγματι οι ξένοι επισκέπτες συχνά απέδιδαν την φαινομενική οκνηρία του αλλά και την υποτιθέμενη παρακμή του σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους στους ενδημικούς πυρετούς της ελονοσίας. Πάντως, όταν έπρεπε να γίνουν οχυρωματικά ή αποστραγγιστικά έργα στην ύπαιθρο, για παράδειγμα της Κέρκυρας ή της Μακεδονίας, για τις ανάγκες ξένων στρατών, οι ξένοι στρατιωτικοί προτιμούσαν να αναθέτουν αυτές τις επικίνδυνες εργασίες στους εγχώριους πληθυσμούς για να προφυλάξουν τους δικούς τους άνδρες.

 

Υπήρχαν ηθικές και κοινωνικές επεκτάσεις των ασθενειών αυτών; (πχ μεταβολές σε ήθη και συμπεριφορά)

Όπως συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες με τα ίδια προβλήματα, ο φόβος της αρρώστιας, για παράδειγμα της φυματίωσης, της σύφιλης ή της ‘τρέλλας’, γεννά τον στιγματισμό και την απομόνωση. Στην δε περίπτωση των αφροδίσιων νοσημάτων, οι κοινωνικές αντιλήψεις χρέωναν την μετάδοση της αρρώστιας μονομερώς στις γυναίκες. Αποτέλεσμα του στίγματος επίσης ήταν η αποσιώπηση των ασθενειών αυτών ως αιτιών θανάτου. Κατά συνέπεια η παρουσία τους στις στατιστικές υποβαθμίζεται.

 

Η σύσταση του Ιατροσυνεδρίου το 1834, αποτελεί έναν από τους πρώτους θεσμούς στην Υγεία; Τι σκοπούς εξυπηρετούσε, πως λειτουργούσε και πόσο συνέβαλλε στην υγειονομική εξέλιξη της χώρας;
Από το 1834, όταν συστάθηκε, έως το 1923, όταν αντικαταστάθηκε από το Ανώτατο Υγειονομικό Συμβούλιο, το Ιατροσυνέδριο, στου οποίου τη σύνθεση μετείχαν οι σημαντικότεροι ιατροί της εποχής τους, αποτελούσε το γνωμοδοτικό όργανο του κράτους για ζητήματα υγείας. Επίσης, κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ενέκρινε το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος σε όλους τους λειτουργούς υγείας. Στην πράξη, η δημόσια υγεία της χώρας, για παράδειγμα σε περιόδους επιδημιών, κρινόταν από τις αποφάσεις αυτού του οργάνου.

 

Ποια είναι τα προβλήματα που συναντά ένας ιστορικός μελετώντας την υγεία μέσα από ένα ιστορικό πλαίσιο;

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα σχετίζεται με τις αλλαγές στην ιστορία των ιατρικών ιδεών, οι οποίες επηρεάζουν την εμφάνιση των ασθενειών στις ιστορικές πηγές. Για παράδειγμα, όσο επικρατούσε η θεωρία ότι οι ασθένειες οφείλονταν στην ανισορροπία των χυμών του ανθρώπινου σώματος ή σε μιάσματα, η ονομασία των ασθενειών αντιστοιχούσε στον τρόπο με τον οποίο αυτές εκδηλώνονταν, δηλαδή στα συμπτώματά τους. Όταν προς το τέλος του 19ου αιώνα η θεωρία αυτή αντικαταστάθηκε από την θεωρία των μικρο-οργανισμών, σε πολλές περιπτώσεις, και ανάλογα με τη γλώσσα, η ονομασία των ασθενειών συμμορφώθηκε με τη νέα θεωρία, δηλαδή με το γενεσιουργό αίτιο της αρρώστιας.  Η περίπτωση της ελονοσίας δείχνει καθαρά τη σύγχυση που μπορεί να προκαλέσει η ανάγνωση πηγών διαφορετικών περιόδων.  Στις ελληνικές πηγές ο όρος ‘ελονοσία’ επικρατεί από την αρχή του 20ού αιώνα, ενώ πριν από την ανακάλυψη των πλασμωδίων, οι ονομασίες ‘διαλείποντες πυρετοί’ και πάμπολλα άλλα είδη πυρετών εν μέρει μόνο συνέπιπταν με την μεταγενέστερη νοσολογική οντότητα της ελονοσίας, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Κατά συνέπεια, ένας ιστορικός πρέπει να προσεγγίζει τις πηγές του με γνώση των παραμέτρων που διαμόρφωσαν, όχι μόνο την υγεία στο παρελθόν, αλλά και την ιστορική εξέλιξη του ίδιου του επιστημονικού λόγου.

Ποιοι ιστορικά , θεωρούνται ως σταθμοί στην Υγεία της χώρας. Υπήρχαν επιρροές από το εξωτερικό;

Κατά την άποψή μου ο σημαντικότερος σταθμός ήταν η ίδια η συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Κατά τη δεκαετία του 1830 η βαυαρική αντιβασιλεία και οι έλληνες και ξένοι ιατροί που συνόδευσαν τον Όθωνα στην Ελλάδα εισήγαγαν τους πρώτους θεσμούς υγείας υιοθετώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής. Μεταξύ αυτών των νεοτερισμών ήταν και η ίδρυση Ιατρικής Σχολής στο πλαίσιο του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου. Στη συνέχεια, πολλοί από τους θεσμούς υγείας παρήκμασαν. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσει η χώρα σοβαρές υγειονομικές κρίσεις, που συνδέονταν με τις πολεμικές και ανθρωπιστικές κρίσεις του 20ού αιώνα, για να εμφανιστούν νέοι θεσμοί υγείας, όπως η ίδρυση υπουργείου περιθάλψεως το 1917 και η ίδρυση της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών το 1929. Η ανάταξη της χώρας μετά την κατοχή και η μεταπολεμική εμπέδωση σύγχρονων θεσμών υγείας ασφαλώς δεν θα ήταν εφικτές χωρίς ξένη βοήθεια, πρότυπα, εκπαίδευση και θεσμούς επιτήρησης και χωρίς τη συμμετοχή της χώρας στους παγκόσμιους θεσμούς υγείας.

Πως θα μπορούσε  να αποδειχθεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα, η γνώση και η έρευνα πάνω στην υγειονομική ιστορία της χώρας;

Η προσέγγιση των ιστορικών και των ιατρών στην υγειονομική ιστορία της χώρας δεν συμπίπτει πάντοτε. Νομίζω ότι ειδικότερα ως προς τη λήψη αποφάσεων, κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους ιατρούς, η ιστορική γνώση δεν είναι απόλυτα απαραίτητη, όπως αντίθετα είναι η γνώση της σύγχρονης διεθνούς εμπειρίας. Η γνώση του παρελθόντος όμως φωτίζει την αντιμετώπιση του παρόντος με παραδείγματα και μια αντίληψη ότι τα σημερινά προβλήματα αλλά και οι επιλογές που έχουμε μπροστά μας συχνά έχουν ένα ιστορικό, μια γενεαλογία και μια δυναμική.

 

Συνεχίζεται… με άλλες γνωστές και άγνωστες πτυχές από την υγειονομική ιστορία της χώρας

 

 

 

In this article