ΑΝΝΑ ΦΡΟΫΝΤ

Anna Freud
08-10-2021

Η Άννα Φρόυντ (3 Δεκεμβρίου 1895 – 9 Οκτωβρίου 1982) ήταν Αυστριακή-Βρετανή ψυχαναλύτρια. Ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του Ζίγκμουντ Φρόιντ και της Μάρτα Μπερνάιζ. Ακολούθησε το δρόμο του πατέρα της και συνεισέφερε στο πεδίο της ψυχανάλυσης. Μαζί με την Μέλανι Κλάιν θεωρείται η ιδρύτρια της ψυχαναλυτικής παιδικής ψυχολογίας. Σε σύγκριση με το πατέρα της, το έργο της έδωσε έμφαση στη σημασία του εγώ και η ικανότητά του να εκπαιδευτεί κοινωνικά. Σε μια έρευνα του 2002, η Άννα Φρόυντ κατετάγη 99η ψυχολόγος με τις περισσότερες αναφορές.

Η Άννα Φρόιντ ήταν μια παραγωγική συγγραφέας, συνεισφέροντας άρθρα σχετικά με τη ψυχανάλυση καθ’όλη τη διάρκεια τη ζωής της. Η πρώτη της έκδοση με τίτλο «Μια εισαγωγή στην Ψυχανάλυση: Διαλέξεις για αναλυτές παιδιών και δασκάλους 1922-1935» (An Introduction to Psychoanalysis: Lectures for Child Analysts and Teachers 1922-1935) και δημιουργήθηκε από τέσσερις διαφορετικές διαλέξεις σε δασκάλους και φροντιστές παιδιών στη Βιέννη. Το πρώτο άρθρο της Άννα Φρόιντ, «Νικώντας τις φαντασίες και τους ονειροπόλους» (1922), αντλώντας περιεχόμενο από τα βιώματά της. Σε αυτό εξηγεί ότι η ονειροπόληση έχει σχεδιαστεί συνειδητά ώστε να καταστείλει τον αυνανισμό και είναι κυρίως υποσυνείδητα μια εξεργασία των αρχικών σεξουαλικών φαντασιώσεων. Στο πρώτο βιβλίο της, το 1927, με τίτλο Μια Εισαγωγή στις Τεχνικές της Ανάλυσης Παιδιών, οι απόψεις της σχετικά με την παιδική ανάπτυξη συγκρούστηκαν με αυτές της Μέλανι Κλάιν. Η Άννα Φρόυντ πίστευε ότι στην ανάλυση παιδιών, η μεταβίβαση παίζει διαφορετικό ρόλο, όπου ο αναλυτής όχι μόνο αντιπροσωπεύει τη μητέρα αλλά αποτελεί και δεύτερη μητέρα στη ζωή του παιδιού.

Το επόμενο μεγάλο έργο της, το Το Εγώ και οι μηχανισμοί άμυνας (The Ego and the Mechanisms of Defence), εκδόθηκε το 1936. Σε αυτήν την κλασσική μονογραφία, η Άννα Φρόιντ αναλύει την ψυχολογία του εγώ και τους μηχανισμούς άμυνας, αντλώντας περιεχόμενο από την κλινική εμπειρίας της και από τις δημοσιεύσεις του πατέρα της. Στο έργο της ταξινόμησε τους αμυντικούς μηχανισμούς,[24] βοηθώντας να καθιερωθούν οι λειτουργίες του εγώ και η έννοια των μηχανισμών άμυνας, εμβαθύνοντας την έμφαση του πατέρα της στο εγώ. Στο έργο δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη στην ύστερη παιδική ηλικία και στην εφηβεία. Η ίδια είχε αναφέρει ότι ενδιαφερόταν περισσότερο στην λανθάνουσα περίοδο παρά στις προ-οιδιπόδειες φάσεις.

Η Άννα Φρόιντ αναφέρει συχνά το πρόβλημα που έθετε η φυσιολογική ωρίμανση, όπου «οι επιθετικές ορμές εντείνονται σε σημείο απόλυτης αναρχίας, η πείνα γίνεται επιθετικότητα και οι αντιδραστικοί σχηματισμοί οι οποίοι είχαν εγκαθιδρυθεί στη δομή του εγώ κινδυνεύουν να καταρρεύσουν». Η Σέλμα Φράιμπεργκ το 1959 ανέφερε ότι «το έργο της Άννα Φρόιντ στη ψυχολογία του εγώ και οι μελέτες στην παιδική ανάπτυξη τα πρώτα χρόνια έχουν φωτίσει το κόσμο των παιδιών για εργάτες σε μεγάλη ποικιλία επαγγελμάτων και για μένα ήταν η εισαγωγή μου και ένας χρήσιμος οδηγός», λόγια τα οποία εξέφραζαν τους περισσότερους ψυχαναλυτές που δεν ήταν ακόλουθοι του τρόπου σκέψης της Κλάιν.

Όσο η Άννα Φρόιντ ήταν στο Λονδίνο έγραψα πολλές από τις πιο αξιοσημείωτες δημοσιεύσεις της στην ψυχανάλυση όπως, το «σχετικά με το να χάνεις και να είσαι χαμένος» (About Losing and Being Lost), όπου περιγράφει την ταυτόχρονη ανάγκη να παραμένεις πιστός στους νεκρούς και σχηματίζεις νέους δεσμούς με τους ζώντες. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην έρευνα, παρατήρηση και παιδιών, δημιουργώντας μια ομάδα επιφανών αναλυτών της παιδικής ανάπτυξης (όπως οι Έρικ Έρικσον, Έντιθ Γιάκομπσον και Μάργκαρετ Μάχλερ) οι οποίοι πρόσεξαν ότι τα συμπτώματα των παιδιών ήταν ανάλογα των διαταραχών προσωπικότητας των ενηλίκων και έτσι συχνά σχετίζονται με τα στάδια ανάπτυξης. Στο βιβλίο της Φυσιολογικότητα και Παθολογία της παιδική ηλικίας (1965) συνοψίζει ότι η χρήση αναπτυξιακών γραμμών δείχνει τη θεωρητική φυσιολογική ανάπτυξη από την «εξάρτηση στην συναισθηματική αυτάρκεια». Μέσα από αυτήν την πρωτοπόρα για την εποχή η ιδέα, η Άννα Φρόιντ συνδύασε τις απόψεις του πατέρα της με νεότερες θεωρίες για τις σχέσεις αντικειμένων. Παρόλα αυτά, η Άννα Φρόιντ παρέμεινε πιστή στο έργο του πατέρα της και μπορεί να ειπωθεί ότι αφιέρωσε τη ζωή της για να προστατεύσει τη κληρονομιά του πατέρα της.

Ο βιογράφος του Ζίγκμουντ Φρόιντ Λούις Μπρέγκερ παρατήρησε ότι οι δημοσιεύσεις της Άννα Φρόιντ περιείχαν λίγες πρωτότυπες ιδέας και είναι, σε μεγάλο βαθμό, εφαρμογές των θεωριών του πατέρα της.