Τι θα κάναμε χωρίς clawback επί της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης…

Του Βασίλη Βενιζέλου

 

Σε κεντρική ιδέα και «κόκκινη κλωστή» σε όλες τις προσπάθειες του υπουργείου Υγείας για να συγκρατήσει την δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, εξωνοσοκομειακή και νοσοκομειακή, έχει εξελιχθεί το μέτρο του clawback, καθώς όλα περιστρέφονται γύρω από αυτό το ευφάνταστο μέτρο, ή, μάλλον καλύτερα, γύρω από αυτόν τον τρόπο εφαρμογής του clawback, ο οποίος είναι αρκούντως πρωτότυπος για τη χώρα μας, αλλά όχι και… πρωτοπόρος!

Χωρίς τη συμβολή του Δημοσίου, αλλά μόνο εκείνη της εγχώριας και της πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας, το clawback αποτελεί

  • Το άλλοθι για την ανέξοδη για το Δημόσιο και ανεξέλεγκτη υπέρβαση των πλαφόν της εξωνοσοκομειακής και της νοσοκομειακής δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, καθώς και
  • Το άλλοθι, προκειμένου όλα τα ορθολογικά μέτρα για τη συγκράτηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, μέτρα τα οποία δεν έχουν τη λογιστική ως μέτρο της επιτυχίας τους, εφαρμόζονται στο περίπου, «βαδίζουν» τρεκλίζοντας και βελτιώνονται πολύ σπάνια…

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνολικές επιστροφές της φαρμακοβιομηχανίας για το 2018 εκτιμάται ότι θα φθάσουν στο 1,4 δισ. ευρώ, ενώ ένα στα 3 φαρμακευτικά σκευάσματα παρέχεται δωρεάν από τη φαρμακοβιομηχανία στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και ένα στα 4 παρέχεται δωρεάν στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), με τη φαρμακοβιομηχανία να καλύπτει το 37% της συνολικής δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και τους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ να καλύπτουν περίπου το 30 – 35% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης και το σύνολο αυτής όσον αφορά τα μη υποχρεωτικώς συνταγογραφούμενα φάρμακα (ΜΥΣΥΦΑ), ο αριθμός των οποίων εκτοξεύθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

Αποτελεί ένα πολύ καλό φιλοσοφικό ερώτημα το εξής: Τι θα κάναμε χωρίς clawback;

  • Θα υποχρεωνόταν το Δημόσιο να ελέγξει τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, μέσω της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, των μητρώων ασθενών κ.ά.
  • Θα περιοριζόταν αισθητά η «ανάγκη» για υψηλή οικονομική συμμετοχή των ασφαλισμένων για την προμήθεια των φαρμάκων τους
  • Θα είχαμε χειροπιαστές αποδείξεις ότι το Δημόσιο ούτε να προγραμματίσει την δημόσια φαρμακευτική δαπάνη είναι ικανό, ενώ τώρα γνωρίζουμε πως ούτε σε προαποφασισμένα πλαφόν επί της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης δύναται να προσαρμοσθεί το Δημόσιο.

Σε μία κυβέρνηση η οποία θεωρεί ότι διαπραγματεύεται πολύ σκληρά και ενίοτε επιτυγχάνει πολύ σοβαρές επιτυχίες, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, το ερώτημα είναι ένα:

  • Γιατί εδώ και χρόνια η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη περιορίζεται και έχει συμπιεσθεί πλέον στο 1,945 δισ. ευρώ το χρόνο, όταν είναι γνωστό ότι η συνολική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα είναι πλέον χαμηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., η κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας στην Ελλάδα είναι πλέον στο 75% του αντίστοιχου μέσου όρου των χωρών της Ε.Ε., η δημόσια δαπάνη υγείας ανέρχεται μόλις στο 5,1 του ΑΕΠ της χώρας μας, ενώ στις χώρες της Ε.Ε. ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 6,6% του ΑΕΠ, ενώ η ιδιωτική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα ανέρχεται πλέον στο 39% της συνολικής υγειονομικής δαπάνης, μετά από την υποχώρηση της δημοσίας δαπάνης και παρά το μειωμένο εισόδημα των νοικοκυριών, πάντα με βάση τους οικογενειακούς λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ; Γιατί;
In this article