Δημήτριος Φυλάτος: “Να μην αφήσουμε τον Κορωνοϊό «να μολύνει» το σύστημα υγείας “

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια κριτική ανάλυση των παραγόντων που συνέβαλαν στη μεταβολή του επιδημιολογικού προτύπου από την αρχή αυτής της υγειονομικής κρίσης. Καθώς και στις ξαφνικές επιπτώσεις που επήλθαν στην οργάνωση των υπηρεσιών υγείας και τη διαμόρφωση της πολιτικής υγείας.

Η υγεία και η ασθένεια παραμένουν οι κυριότερες ίσως πηγές προβληματισμού και ανησυχίας για ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε σημείο που χαρακτηρίζονται «ιστορικοί καταλύτες» και «πρωταγωνιστές».

Το επιδημιολογικό πρότυπο, μέσα από μια λογική εξέλιξη δεκαετιών, έχει μετατοπιστεί από τα λοιμώδη νοσήματα, μετά από μια σειρά κοινωνικοοικονομικών μετασχηματισμών και παρεμβάσεων δημόσιας υγείας, όπως ο χλωριασμός του νερού, στην αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και των ψυχικών διαταραχών ως απόρροια του συγχρόνου τρόπου ζωής και της δημογραφικής μετατόπισης.

Αυτή η εξέλιξη του επιδημιολογικού και δημογραφικού transition μας οδήγησε στην παραδοχή ότι η ιατρική/θεραπευτική επιστήμη δεν είναι πλέον αρκετή για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις των χρόνιων νοσημάτων. Με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις και τις πολιτικές, το κέντρο βάρους της πολιτικής υγείας μετατέθηκε πλέον από τη μονόπλευρη φροντίδα της νόσου στην πολύπλευρη προαγωγή της υγείας.

Η θεωρία της «επιδημιολογικής μετάβασης» διατυπώθηκε και αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από τον Omran το 1971 και αποτελείτο από τρία στάδια που συνδέονταν στενά με τη δημογραφική και την κοινωνικοοικονομική μετάβαση.

Σταδιακά, οι επιδημίες άρχισαν να σπανίζουν, έγιναν λιγότερο θανατηφόρες, ο πληθυσμός αυξανόταν, το προσδόκιμο επιβίωσης ανερχόταν και άρχισαν να εμφανίζονται τα χρόνια νοσήματα. Αυτό αποτέλεσε την αρχή της επιδημιολογικής μετάβασης και περιγράφεται ως το 2ο στάδιο. Η νέα τάξη πραγμάτων της σύγχρονης κοινωνίας και του ανθρώπου ως μονάδα, με σκοπό την αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων αυτού του δεύτερου σταδίου, είχε δημιουργήσει κατά τις περασμένες δεκαετίες την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των υπηρεσιών υγείας, με μια ολιστική και διεπιστημονική προσέγγιση της δημόσιας υγείας.

Πλέον εντείνονται οι πιέσεις για αναπροσαρμογή των υπηρεσιών υγείας, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις των πολιτών. Στις αναπτυγμένες χώρες, το κέντρο βάρους, σύμφωνα με την επιδημιολογική μετάβαση, μετατίθεται από τις μεταδοτικές νόσους και τα «νοσήματα φτώχειας» στις «σύγχρονες νόσους». Παρ’ όλα αυτά κατά την εποχή του COVID – 19 παρατηρούμε μια αιφνίδια, ραγδαία και άνευ ιστορικού προηγουμένου επιδημιολογική μεταβολή που μας επιστρέφει, με επικίνδυνους ρυθμούς, πίσω στο πρώτο επιδημιολογικό στάδιο, αυτό της επικέντρωσης των συστημάτων εκ νέου στα λοιμώδη νοσήματα.

Είναι προφανές ότι οι σημερινές πολιτικές στην αντιμετώπιση του Κορωνοϊού, όπως τα αυστηρά περιοριστικά μετρά κινητικότητας των πολιτών, αν εφαρμοστούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα θα ωθήσουν τη δημόσια υγεία προς τη λανθασμένη κατεύθυνση. Ακόμα και σε αυτήν την κρίση πρέπει το σύστημα υγείας με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει, από τους πόρους χρηματοδότησης έως και την έρευνα, να ισορροπήσει μεταξύ της νέας πραγματικότητας και της δεδομένης πραγματικότητας, αυτή της ύπαρξης και της αύξησης χρόνιων νοσημάτων στην κοινότητα, μια κατάσταση που για δεκαετίες προσπαθούμε να τιθασεύσουμε.

Δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες σε έγκριτα περιοδικά μας δείχνουν ότι το 2019 – 2020 το Βρετανικό σύστημα (NHS) δαπάνησε και θυσίασε έως και 7 φορές μεγαλύτερα κεφάλαια ανά χρόνο ζωής (QALY), ανά ασθενή – αποκλειστικά όμως σε αυτούς με Κορωνοϊό. Το ποσό αυτό δεν προκύπτει φυσικά μόνο λόγω κάποιας ειδικής νοσηλείας, όπως για παράδειγμα την έγκριση ενός αποτελεσματικού φαρμάκου με υψηλό κόστος, αλλά και από νοσηλείες που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα είχαν μικρότερο κόστος λόγω μικρότερης ιατρικής παροχής και έκτασης.

Για παράδειγμα, μία εξαιρετικά υψηλού κόστους νοσηλεία ενός υπερήλικα, που φυσικά και αδιαμφησβήτητα κατέχει στην κοινωνία έναν σημαντικό ρόλο, με πολλαπλά υποκείμενα νοσήματα και με κάκιστο ιατρικό status, τη δεδομένη στιγμή είναι συστημικά – ηθικά και ιατρικά αποδεκτό ότι δε θα οδηγήσει σε παράταση της ζωής του και φυσικά δε θα οδηγήσει σε παράταση που θα συνοδευτεί με την απαραίτητη ποιότητα ζωής. Αυτή η νοσηλεία πρέπει να σταθμίζετε από την επιτυχημένη σύγχρονη λογική της μοντέρνας δημοσίας υγείας που βασίζεται τόσο σε υψηλούς κανόνες ηθικής, όσο και σε πραγματικά δεδομένα που αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού συνόλου μέσα από παράγοντες όπως η διαχείριση πόρων και η δίκαιη προσβασιμότητα.

Βασική αρχή στη διατήρηση, την αποτελεσματικότητα, την προσβασιμότητα του συστήματος υγείας είναι η σωστή διαχείριση των πόρων και η ποιότητα των υγειονομικών παροχών. Για να συνεχίσει το Ελληνικό σύστημα την καλή μέχρι σήμερα απόδοση του, καλύτερη από δεκάδες χώρες του OECD, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί τώρα σε αυτό το επιθετικό transition της εποχής.

Η άλλη οπτική στην αύξηση του κόστους είναι οι θυσίες που έκανε ο γενικός πληθυσμός στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, δηλαδή η μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος ιδιαίτερα στην εργατική τάξη, η αύξηση της ανεργίας, αλλά και οι μακροοικονομικές μεταβολές που θα επέλθουν όπως η σημαντική αύξηση του πληθωρισμού, που αναμένουμε τα επόμενα χρόνια, η οποία θα ωθήσει τα ήδη μειωμένα εισοδήματα και καταθέσεις των μικρομεσαίων σε ακόμη μικρότερη αγοραστική δύναμη που θα συμπαρασύρει την ποιότητα ζωής και συνεπώς την ενίσχυση χρόνιων παθήσεων.

Δε θα μείνει ανεπηρέαστο το ΕΣΥ που βασίζεται κατά τουλάχιστον 60% στις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων. Η ανεργία, η μείωση στην απασχόληση που απειλείται από τα επαναλαμβανόμενα Lockdown, θα οδηγήσουν το κράτος να συμπληρώνει από άλλους πόρους όπως η φορολογία, τα έξοδα για την υγεία. Δεν είναι έτοιμη η Ελλάδα τόσο πολιτικά, αλλά και τεχνοκρατικά να υποστηρίξει μια τέτοια μεταβολή στο σύστημα χρηματοδότησης της υγείας, που μπορεί στο μέλλον να γίνει,  αλλά σε μια ήρεμη οικονομοκοινωνική κατάσταση

Είναι τόσα πολλά τα δεδομένα που δεν μπορούν να αναλυθούν από ημέρα σε ημέρα, η επιστήμη θα χρειαστεί χρόνια, ενδεχομένως και νέες τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, και το πιθανότερο αρκετές δεκαετίες για να αναλύσει τα αποτελέσματα των σημερινών πολιτικών τόσο στην υγεία, αλλά και την οικονομία. Άλλωστε αυτά τα δυο στοιχεία είναι αλληλένδετα. Το μόνο σίγουρο στις πολιτικές του σήμερα είναι η ισορρόπηση των προτεραιοτήτων, ο εξ ορθολογισμός της πραγματικότητας, η δίκαιη κατανομή των περιορισμένων πόρων σε όλους του αρρώστους και για όλες τις ανάγκες και η συνέχιση του αγώνα στην αντιμετώπιση χρόνιων παθήσεων που συσσωρευτικά αποτελούν κατά πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο έναντι του Κορωνϊού.

Να μη συνεχίσουμε μια ραγδαία συστημική μεταβολή που υπάρχει πιθανότητα να οδηγήσει όχι μόνο σε περισσοτέρους θανάτους ανά τον χρόνο, αλλά και σε δραστική μείωση της ποιότητας ζωής των πολιτών που αποτελεί θεμέλιο της πραγματικής δημόσιας υγείας. Να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τις συνέπειες ενός πολέμου που σε συνδυασμό με την ύφεση του 2008 θα καταστρέψουν κάθε κοινωνική δομή, αλλά και το ΕΣΥ.

Δημήτριος Φυλάτος PT, MSc, MCSP Υποψήφιος Διδάκτωρ Οικονομικών Υγείας και Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Lancaster στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μέλος του Βρετανικού Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών (CSP), Μέλος της Ένωσης Οικονομολόγων Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας (HESG)

 

In this article