Γιάννης Κυριόπουλος: Ο “πόλεμος” των εμβολίων

Μια συνέντευξη* με τον Γιάννη Κυριόπουλο, Ομότιμο Καθηγητή Οικονομικών της Υγείας (ΕΣΔΥ) και Πρόεδρο του Ινστιτούτου Οικονομικών της Υγείας, έχει πάντα ενδιαφέρον, ειδικά αν αυτή, αφορά τον επωφελή – αλλά και με ερωτηματικά στον πολύ κόσμο – «πόλεμο» στο πεδίο των εμβολίων. Κι αυτό γιατί ο πολύς κόσμος εισπράττει ένα μεγάλο όγκο επιστημονικής πληροφορίας, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, ομού με υπερπροβολή αιρετικών απόψεων οι οποίες δημιουργούν δισταγμούς και μια σχετική εικόνα ανταγωνισμού μεταξύ εταιρειών- αλλά και κρατών –  η οποία δημιουργεί καχυποψίες.

Σε κάθε περίπτωση – όπως σημειώνει ο καθηγητής – «το θέμα της παραγωγής των εμβολίων είναι ένα κορυφαίο θέμα της υγειονομικής μας ιστορίας». Και μάλλον επανέρχεται πάλι ως κορυφαίο όπως φαίνεται. Και η εποχή μας, όπως προτείνει μεταξύ άλλων ο Γιάννης Κυριόπουλος, «απαιτεί ένα μέτωπο του ορθού λόγου και της κοινωνικής λογικής, ώστε οι δυνάμεις που εμπνέονται από τις αρχές του διαφωτισμού να βηματοδοτήσουν την έξοδο από την πανδημία με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και τις αξίες της υγείας και της ζωής».

Ο ανταγωνισμός των εταιρειών στην «κούρσα» για το εμβόλιο, προφανώς είναι για το καλό μας. Πόσο είναι για το καλό μας και πόσο για το «καλό» τους;

«Προφανώς η επιστημονική άμιλλα και ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός συνιστούν κινητήρια δύναμη της τεχνολογικής προόδου και στην περίπτωση της φαρμακευτικής και βιοϊατρικής τεχνολογίας η διατύπωση αυτή έχει πλήρη εφαρμογή. Υπό το πρίσμα αυτό, η παρασκευή εμβολίων αποτελεί ένα κορυφαίο θέμα της υγειονομικής ιστορίας, δεδομένου ότι συνδέεται με την βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού. Η θεαματική αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα -πριν από την ανακάλυψη των αντιβιοτικών- οφείλεται κυρίως στα εμβόλια, την εγκατάσταση υδραυλικών συστημάτων στην ύδρευση και την αποχέτευση και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

 Κατά συνέπεια, η εισαγωγή του εμβολιασμού για την προστασία της υγείας και της ζωής στις ανθρώπινες κοινότητες αποτελεί μια «χρυσή σελίδα» στην παγκόσμια ιστορία χάρις στην οποία η ανθρώπινη ζωή είναι -χωρίς αμφιβολία- μεγαλύτερη και καλύτερη. Ως εκ τούτου το ερώτημα, αν είναι τα εμβόλια για το καλό μας, είναι ρητορικού χαρακτήρα. Προφανώς και πέραν πάσης αμφιβολίας είναι από τα καλύτερα επιτεύγματα της ανθρώπινης κοινότητας τους τελευταίους αιώνες.

 Βεβαίως η διαδικασία παρασκευής των εμβολίων απαιτεί τη δέσμευση μεγάλου όγκου κεφαλαίων και τη συνεισφορά επίσης μεγάλου αριθμού ερευνητών και επιστημόνων. Υπό την έννοια αυτή, είναι αυτονόητη η παραδοχή ότι επενδύσεις αυτής της κλίμακας από μεγάλες επιχειρηματικές μονάδες παραπέμπουν αυτονοήτως σε ανάλογα οφέλη για τους επενδυτές».

Οι διαφορετικές τεχνικές παραγωγής των εμβολίων πόσο θα επηρεάσουν τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, τις θέσεις της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, αλλά και τις προτιμήσεις των ανθρώπων αν έχουν διαθέσιμες και τις τρεις επιλογές την επόμενη μέρα, δηλαδή μεσομακροπρόθεσμα.

«Οι διαφορετικές τεχνικές παραγωγής σχετίζονται με την πρόοδο των βιοϊατρικών επιστημών και προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις και ευκαιρίες στην παγκόσμια κοινότητα για την ανεύρεση των κατάλληλων απαντήσεων στην παραγωγή εμβολίων. Συνήθως η συζήτηση για τον τρόπο και τις τεχνικές παραγωγής προκαλεί σύγχυση επειδή συνδέεται με ειδικές γνώσεις μη προσβάσιμες στο ευρύ κοινό. Ανεξαρτήτως της τεχνολογίας παραγωγής εμβολίων, το κρίσιμο ζήτημα είναι η τεκμηρίωση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, οι κλινικές έρευνες φάσης ΙΙΙ , σε διπλή τυφλή μελέτη και επαρκές δείγμα πληθυσμού, αποτελούν την ασφαλιστική δικλείδα για την τεκμηρίωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα το σύνολο των κλινικών ερευνών ακολουθούν λεπτομερή και αυστηρά πρωτόκολλα και συνεπώς διασφαλίζουν, με τεκμηριωμένο τρόπο, υψηλό επίπεδο ασφάλειας και ικανοποιητική αποτελεσματικότητα που στην περίπτωση της Covid-19 είναι εξαιρετικά υψηλή.

Οι διαφορετικές τεχνικές παραγωγής σχετίζονται αφενός με τις δυνητικές παρενέργειες που ούτως ή άλλως είναι μικρές σύμφωνα με τα δεδομένα των διαθέσιμων μελετών και αφετέρου με την φαρμακοτεχνική τους μορφή που σχετίζεται ευθέως με τον τρόπο διανομής και διάθεσης ώστε η πρόσβαση να είναι ευχερής. Η δυνατότητα επιλογής εμβολίου σε ύστερο χρόνο και για τα επόμενα έτη έχει εξαιρετικό και θετικό ενδιαφέρον δεδομένου ότι διαμορφώνει ένα πεδίο έκφρασης των προτιμήσεων των χρηστών».

Οι διαφορετικές τιμές των εμβολίων αντικατοπτρίζουν μια διαφορετική υγειονομική αξία για τον πληθυσμό και τα κράτη; Αυτό μπορεί να οδηγήσει κάποιους  σε σκέψεις ότι κάποια εμβόλια υπερέχουν, ή κάποια είναι υποδεέστερα και ίσως δεν πρέπει να τα εμπιστευόμαστε;

«Οι διαφορετικές τιμές των εμβολίων αντικατοπτρίζουν κυρίως τις διαφορές στο κόστος παραγωγής, που είναι συνάρτηση της τεχνολογίας παραγωγής και του ύψους των κεφαλαίων που έχουν δεσμευθεί για την επένδυση. Βεβαίως αντανακλούν και τα αποτελέσματα της ερευνητικής προσπάθειας ως προς την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα, την σημασία και την προτεραιότητα του καλυπτόμενου κινδύνου. Στην πραγματικότητα οι τιμές εμπεριέχουν την αξία υγείας και ζωής που ενσωματώνουν τα εμβόλια».

Τότε από την άλλη θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα ακριβότερα απλώς θα έχουν το προβάδισμα του χρόνου και κατόπιν θα πρέπει να προσαρμόσουν τις τιμές τους, καθώς θα έχουν προλάβει να αποσβέσουν μέρος του κόστους της αρχικής επένδυσης;

«Βεβαίως η τεχνολογία παραγωγής και το κόστος διαμορφώνουν τις τελικές τιμές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αποσβέσεις και τα κέρδη της φαρμακευτικής και βιοϊατρικής τεχνολογίας. Σε μονοπωλιακές συνθήκες, όπως συμβαίνει συνήθως, η διαμόρφωση των τιμών ολοκληρώνεται μετά από σχετικές κρατικές παρεμβάσεις και ρυθμίσεις.

Στην παρούσα συγκυρία, οι τιμές των εμβολίων διαφοροποιούνται και προσδιορίζονται αφενός από το κόστος της τεχνολογίας παραγωγής και τον τρόπο διανομής και αφετέρου από τις ανταγωνιστικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν. Η κατάσταση αυτή πρόκειται τελικά να ισορροπήσει σε δεύτερο χρόνο, δεδομένου ότι επί του παρόντος η διάσταση του χρόνου εισαγωγής των εμβολιαστικών προγραμμάτων, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της πανδημίας διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο.

Υπό το πρίσμα αυτό, η τελική διαμόρφωση των τιμών και η οριστικοποίηση των μεριδίων της αγοράς πρόκειται να προσδιορισθεί από τις ιδιότυπες συνθήκες ανταγωνισμού και εσωτερικής υποκατάστασης, δεδομένου ότι στην βραχυπρόθεσμη περίοδο μια δεκάδα τουλάχιστον εμβολίων διαφορετικής τεχνολογίας και υψηλής ασφάλειας και αποτελεσματικότητας πρόκειται να είναι διαθέσιμα. Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με τις πολιτικές τιμών αλλά επιπροσθέτως με τον τρόπο διανομής και τις πολιτικές επιρροές που ήδη έχουν εμφανιστεί».

Πόσο η έκφραση «φτηνό εμβόλιο», μπορεί να παρεξηγηθεί από κάποιους και να σημαίνει αναποτελεσματικό, αναξιόπιστο, ή/και επικίνδυνο εμβόλιο;

«Σε καμμιά περίπτωση η τιμή ενός εμβολίου δεν είναι αποκλειστικά συνάρτηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα κλασικά εμβόλια στα οποία η παγκόσμια κοινότητα οφείλει αφενός την εξάλειψη ανθρωποκτόνων νοσημάτων και αφετέρου το υψηλό επίπεδο ευημερίας και ευεξίας, είναι κατά κανόνα «φθηνά» εμβόλια. Είναι αλήθεια όμως ότι η τελική τιμή τους διαμορφώνεται μέσα στο χρόνο και σε μεσοπρόθεσμη προοπτική. Υπάρχουν όμως εμβόλια υψηλού κόστους των οποίων η συμβολή στην υγεία του πληθυσμού δεν τεκμηριώνεται σε μια καλή σχέση κόστους και οφέλους, πράγμα που συνδέεται συνήθως με το υψηλό κόστος παραγωγής.

Σε κάθε περίπτωση καμμιά απόφαση για την εισαγωγή εμβολιαστικών προγραμμάτων μεγάλης κλίμακας δεν είναι επιτρεπτή και δυνατή χωρίς την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας -διαμέσου εκτεταμένων και αξιόπιστων κλινικών μελετών- καθώς και της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας. Με βάση αυτά τα κριτήρια και την ιεράρχηση στην αντιμετώπιση των κινδύνων για την υγεία προκαλείται η λήψη των κατάλληλων αποφάσεων κατανομής των σπάνιων υγειονομικών πόρων.

 Δεδομένου ότι τα εμβόλια αποτελούν δημόσια αγαθά που παράγουν θετικές εξωτερικότητες προς όφελος του πληθυσμού συνολικά, η εμπλοκή του κράτους και ο ρυθμιστικός ρόλος των δημοσίων αρχών συνιστά αναγκαία και επιτακτική συνθήκη. Υπό την έννοια αυτή, τα εμβόλια ως δημόσια αγαθά συνιστούν μια μείζονα κοινωνική επένδυση υγείας και πρέπει να παρέχονται σε μηδενικές τιμές στο σύνολο των πολιτών. Τα εμβολιαστικά προγράμματα και οι παρεμβάσεις δημόσιας υγείας στην κοινότητα συγκροτούν τις ύψιστες προτεραιότητες στην εθνική πολιτική υγείας».

Στον ανταγωνισμό για το εμβόλιο βλέπουμε ταυτόχρονα και χώρες, (Ρωσία, Κίνα) και εταιρείες. Πως σχολιάζετε αυτό το φαινόμενο, τις ισορροπίες και τις διαφορετικές ατζέντες; Υπάρχουν και άλλα κίνητρα ή σκέψεις, πέρα από το υγειονομικό όφελος και τις πωλήσεις που μπορούν για παράδειγμα να φτάνουν και σε γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς;

«Ίσως είναι η πρώτη φορά που στην παγκόσμια υγειονομική ιστορία οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων και η συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων ερευνητών και επιστημόνων σε δεκάδες χωρών εμπλέκονται σε ένα εγχείρημα αυτό των εμβολίων. Πρόκειται για μια σημαντική ιστορική στιγμή της διεθνούς κοινότητας που επιβραβεύεται ήδη από τα προκύπτοντα αποτελέσματα, δηλαδή την παραγωγή μεγάλου αριθμού εμβολίων που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Είναι εμφανές ότι ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός για την παρασκευή του εμβολίου είναι πρωτοφανής σε έκταση και ένταση και το φαινόμενο αυτό έχει θετικές επιπτώσεις στον εμπλουτισμό των τεχνολογιών παραγωγής και για άλλες εφαρμογές σε μελλοντική χρήση. Αλλά πλην του εύλογου επιχειρηματικού ανταγωνισμού, της δοκιμασίας εναλλακτικών τεχνολογικών μεθόδων παρασκευής (mRNA, τμήμα πρωτεϊνών του ιού, μη αναπαραγόμενος ιικός φορέας) και των φαρμακοτεχνικών διαφοροποιήσεων που είναι κρίσιμες στη διανομή, υπεισέρχεται και η αντιπαράθεση των μεγάλων χωρών επειδή το εγχείρημα έχει μεγάλα οφέλη σε όρους πολιτικού κύρους και γεωπολιτικής επιρροής.

 Πρόκειται για έναν «πόλεμο πολλαπλών διαστάσεων» ανάμεσα στις επιχειρήσεις, στις πολιτικές τάσεις και στα κράτη για την προσπόριση οικονομικού κέρδους, πολιτικής επιρροής και γεωπολιτικής ισχύος. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητική δεδομένου ότι κινητοποιεί -σε δύσκολες συνθήκες- πόρους για την επίτευξη υψηλής και δημιουργικής παραγωγικότητας σε σύντομο χρόνο.

 Η διαπίστωση αυτή ερμηνεύει σε μείζονα βαθμό την ρητορική για τις ευθύνες της πανδημίας αλλά και για την ποιότητα των εμβολίων, πράγμα που βλάπτει βαρέως τη συνολική προσπάθεια αντιμετώπισης της πανδημίας. Όμως ο νέος πολυπολικός κόσμος προσφέρει διευρυμένες ευκαιρίες για την διαχείριση και τον έλεγχο της πανδημίας και ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνεται η παραγωγή και η διάθεση εμβολίων σε διάφορες χώρες από μη παραδοσιακούς παραγωγούς όπως η Κίνα και η Ρωσία, πράγμα που υποδηλώνει την θετική διάσταση της παγκοσμιοποίησης στην έρευνα και την ανάπτυξη φαρμακευτικών και βιοϊατρικών προϊόντων».

Η προπαγάνδα του εντιεμβολιαστικού κινήματος πιστεύετε ότι θα βρει κρίσιμη μάζα ευήκοων ώτων στη χώρα μας; Μπορούν να εκμεταλλευτούν τις διαφορετικές προσεγγίσεις των εμβολίων στην Ελλάδα και διεθνώς;

«Το αντιεμβολιαστικό κίνημα διακρίνεται από μια μεγάλη ετερογένεια που περιλαμβάνει επαγγελματίες αρνητές, θιασώτες της συνομωσιολογίας, λαθρεπιβάτες της επιστήμης, λαϊκιστές της δεξιάς και της αριστεράς και ευκαιριακούς κερδοσκόπους. Η ανάπτυξη αυτών των φαινομένων εδράζεται -πλην των άλλων- και στο χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δημόσιες αρχές και το κοινό που παράγεται από τα αντιφατικά «διπλά» μηνύματα, την πολυγλωσσία και την απουσία συγκροτημένου αφηγήματος για την έξοδο από την πανδημία.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις επιστημονικού και τεχνικού χαρακτήρα που πρέπει να εκφέρονται στα κατάλληλα fora, δρουν διαβρωτικά ως πρώτη ύλη της συνήθους επικοινωνιακής πολιτικής και για αυτό το λόγο πρέπει να αποκλείονται.

Υπό το πρίσμα αυτό, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταβάλλεται σε επιφυλακτικότητα και δυσπιστία, στοιχεία επί των οποίων το αντιεμβολιαστικό κίνημα βρίσκει πρόσφορο έδαφος.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται η μη παραγωγική στάση της διοικούσας εκκλησίας, δεδομένου ότι έχει ισχυρά ερείσματα στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, ή ακόμη τμήματος του πολιτικού συστήματος που για πολιτικούς λόγους καλλιεργεί την δυσπιστία και την υπονόμευση της εμπιστοσύνης στα επιστημονικά δεδομένα και τους θεσμούς.

 Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης ένα μέτωπο του ορθού λόγου και της κοινωνικής λογικής είναι αναγκαίο, ώστε οι δυνάμεις που εμπνέονται από τις αρχές του διαφωτισμού να βηματοδοτήσουν την έξοδο από την πανδημία με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και τις αξίες της υγείας και της ζωής».

Πιστεύετε ότι θα υπάρξει (ή υπάρχει) προπαγάνδα και εντός – ας ειπωθεί έτσι – του «εμβολιαστικού κινήματος» με εκατέρωθεν «χτυπήματα κάτω από τη μέση»;

«Ήδη η αντιφατική και «διπλή» γλώσσα και η δημόσια διαφοροποίηση στελεχών της πολιτικής κοινότητας, της ακαδημαϊκής τάξης, αλλά και των θεσμών επιρροής, δείχνει ότι μέρος του μηχανισμού λήψης αποφάσεων δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος και την κρισιμότητα του πανδημικού φαινομένου και δεν κατανοεί ότι η σύγκρουση ιδεών και ενδεχομένως συμφερόντων είναι βλαπτική της συνολικής εθνικής προσπάθειας.

Ως εκ τούτου, η αποδυνάμωση της ταχείας εξόδου από την πανδημία, η έκθεση σε κίνδυνο άλλων προσώπων και η πρόκληση αρνητικών εξωτερικοτήτων στην υγεία και την οικονομία συνιστούν βλαπτικές επιπτώσεις που πλήττουν τα δικαιώματα στη υγεία και τη ζωή. Σε αυτή την κατάσταση το κράτος πρόληψης στα πλαίσια της βιοπολιτικής προσέγγισης οφείλει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα αποτροπής ανάλογων φαινομένων με τους αναγκαίους και τεκμηριωμένους περιορισμούς που υποδεικνύει η δημόσια υγεία και η κοινή λογική.

Η αντιπαράθεση με το αντιεμβολιαστικό μέτωπο οφείλει να είναι πλήρης και χωρίς όρους και όρια, επειδή η ρητορική και οι πρακτικές του είναι εχθρικές απέναντι στην υγεία και την ευημερία του λαού».

Τι στιγμή που ακόμα και επιστήμονες διαφωνούν ανοικτά, ή εκφράζουν επιφυλάξεις, πως μπορεί ο απλός άνθρωπος να αισθανθεί σιγουριά και ασφάλεια για τα αναμενόμενα εμβόλια;

«Η επιστημονική πρόοδος είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών διάψευσης μιας κατεστημένης αλήθειας. Η προσέγγιση αυτή είναι δυσχερής και πολύπλοκη και προπαντός δυσνόητη και δυσερμήνευτη στο κοινό. Η τάση αυτή επιτείνεται από τον μονοτεχνικό και μικρο-οπερασιοναλιστικό χαρακτήρα των παρεμβάσεων των μηχανισμών λήψης αποφάσεων και των δημοσίων αρχών. Εξάλλου δεν είναι δυνατή η αναγνώριση ισοδυναμίας στον επιστημονικό διάλογο ανάμεσα στην τεκμηριωμένη επιστήμη και την επιστημονικοφανή ρητορική της μικρολογίας και της ανοητολογίας του αντιεμβολιαστικού κινήματος που πρέπει να αποκλείεται με την κατάλληλη επιστημονική επιχειρηματολογία και την δημοκρατική «καταστολή», στο βαθμό που απειλεί τα δικαιώματα της υγείας, της ευημερίας και της ζωής.

 Τα ελλείμματα αυτού του χαρακτήρα όπως η απουσία διεπιστημονικής προσέγγισης και διατομεακής επιχειρησιακής παρέμβασης παραμένουν μείζονα ζητήματα της πολιτικής και των πολιτικών δημόσιας υγείας. Αλλά και πολιτικού ήθους και ακαδημαϊκής ακεραιότητας, για όσους έχουν επιλέξει την οδό της περιθωριοποίησης και της αντίθεσης στην τεκμηριωμένη επιστήμη και την κοινωνική συνοχή. Γιατί όπως έγραφε πριν από έναν αιώνα ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, είναι καλύτερα «για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς καλύτερα είναι να σωπαίνει».

 Όμως στην παρούσα συγκυρία με τις καταστροφικές συνέπειες στην υγεία, την κοινωνία και την οικονομία η επιλογή στρατοπέδου είναι μια απόφαση ευθύνης».

*Συνέντευξη στην Βάννα Κεκάτου

In this article