apergia peinas

Απεργία πείνας: Τι συμβαίνει στο σώμα

Τι συμβαίνει στο σώμα ενός απεργού πείνας, τις πρώτες ημέρες και πως εξελίσσεται η αντίδραση του οργανισμού.

Για τις τρεις πρώτες ημέρες, μετά την διακοπή πρόσληψης τροφής, το σώμα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ενέργεια από την υπάρχουσα γλυκόζη.  Μετά από αυτό, το ήπαρ αρχίζει να επεξεργάζεται το σωματικό λίπος, σε μια διαδικασία που ονομάζεται κέτωση. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που αξιοποιούν οι γνωστές κετογονικές δίαιτες, αλλά με πιο βίαιο τρόπο σε αυτή την περίπτωση. Μόλις εξαντληθεί το διαθέσιμο λίπος, ή και παράλληλα, το σώμα μπαίνει σε “κατάσταση λιμοκτονίας“.

Το σώμα αρχίζει πλέον να χρησιμοποιεί μυϊκή πρωτεΐνη για να παράγει την απαραίτητη για τον μεταβολισμό των κυττάρων, γλυκόζη. Τα επίπεδα σημαντικών ηλεκτρολυτών, όπως το κάλιο, πέφτουν σε επικίνδυνα επίπεδα. Το σώμα πιά, χάνει πέρα από το λίπος και μυϊκή μάζα και μυελό των οστών.

Μετά από δύο εβδομάδες

Μετά από δύο εβδομάδες, τα άτομα σε απεργία πείνας μπορεί να έχουν δυσκολία να σταθούν. Μπορούν επίσης να υποφέρουν από σοβαρή ζάλη, νωθρότητα, αδυναμία, απώλεια συντονισμού, χαμηλό καρδιακό ρυθμό και αίσθημα κρύου Τα χαμηλά επίπεδα θειαμίνης (βιταμίνη Β1) μετά από δύο ή τρεις εβδομάδες, μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά νευρολογικά προβλήματα. Πχ. το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff, μια εγκεφαλική διαταραχή με γνωστική εξασθένηση, απώλεια όρασης και έλλειψη κινητικών δεξιοτήτων.

Μετά από ένα μήνα

Μετά από περισσότερο από ένα μήνα αποχής από τροφή,  ή όταν χαθεί περισσότερο από το 18% του σωματικού βάρους, μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές και μόνιμες ιατρικές βλάβες. Ο απεργός, μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να καταπιεί νερό, να χάσει την ακοή και την όρασή του. Η αναπνοή μπορεί να γίνει δύσκολη και να παρουσιάζεται αστοχία ζωτικών οργάνων.

Μετά από 45 ημέρες ο θάνατος είναι πολύ πιθανός

Πάνω από 45 ημέρες, ο θάνατος είναι πλέον πολύ πιθανός, λόγω καρδιαγγειακής κατάρρευσης ή σοβαρής λοίμωξης. Εκτός από τις σωματικές βλάβες προκύπτουν και ψυχολογικές αλλαγές που προκαλούν πιθανόν επιθετική συμπεριφορά.

Το 2007, το γνωστό ιατρικό περιοδικό «The Lancet» δημοσίευσε οδηγίες για τη διαχείριση των απεργών πείνας. σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με αυτές, τα άτομα που διατηρούν καλή υγεία στην αρχή της απεργίας πείνας συνήθως διατρέχουν μικρό κίνδυνο να πεθάνουν από υποσιτισμό τις πρώτες έξι έως οκτώ εβδομάδες. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για όσους είναι άρρωστοι, οι οποίοι μπορούν να πεθάνουν από υποσιτισμό σε μόλις τρεις εβδομάδες.

Τα πράγματα είναι ακόμα πιο δυσοίωνα, αν κάποιος κάνει ταυτόχρονα απεργία δίψας και αρνείται όλα τα υγρά, συμπεριλαμβανομένου του νερού. Τότε, η επιδείνωση είναι πολύ γρηγορότερη. Ο θάνατος μπορεί να επέλθει μέσα σε επτά έως 14 ημέρες, ειδικά κατά τις θερμότερες περιόδους του έτους.

Υπάρχουν παραδείγματα απεργών πείνας που άντεξαν πάνω από δύο μήνες. Στη πλέον γνωστή ιστορικά απεργία πείνας, 10 Ιρλανδοί πέθαναν σε διάστημα 46 έως 73 ημερών, το 1981. Υπάρχει και περίπτωση που έχει καταγραφεί στο Lancet για απεργία πείνας 19 μηνών, το 1936, στην Ινδία. Επρόκειτο όμως για περίπτωση παράλληλης βίαιης σίτισης. Αντίστοιχα απεργία πείνας κράτησε για πάνω από τρία χρόνια (2005-2008) στο Γκουαντάναμο  από τον κρατούμενο Ahmed Zaid Zuhair.

Σε κάθε περίπτωση, η κλινική διαχείριση των απεργών πείνας είναι περίπλοκη λόγω των επιπτώσεων που προκαλούνται από την πείνα. Προκύπτουν μια σειρά από καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν: Ανισορροπία ηλεκτρολυτών, εξάντληση βιταμινών και ανόργανων συστατικών, μεγαλύτερη πιθανότητα μόλυνσης, υποθερμία και νεφρική ανεπάρκεια. Υπάρχουν επίσης διαφορές καθώς κάποιοι απεργοί, συμφωνούν να λαμβάνουν κάποια συμπληρώματα και χρειάζονται διαφορετική φροντίδα. Π.χ. για να αποφύγουν το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff, λαμβάνουν βιταμίνη Β1 (θειαμίνη).

Οδηγίες για την ιατρική διαχείριση των απεργών περιλαμβάνονται και στο Γενικό Οδηγό που εξέδωσε το 2007 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας: «Η Υγεία στις φυλακές», (Health in Prisons).

Μετά τη λήξη της απεργίας

Πάντως, ακόμα και μετά τη λήξη της απεργίας πείνας, η αναζωογόνηση έχει ορισμένους πραγματικούς κινδύνους, καθώς οι μεταβολικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της σοβαρής νηστείας μπορεί να είναι μη ανατρέψιμες ή βαριές. Σύμφωνα με μια έκθεση του 2011 στο περιοδικό Gastroenterology Research and Practice, οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται προσεκτικά κατά την επαναφορά τους μετά από αρκετές εβδομάδες νηστείας. Έχει περιγράφει το Σύνδρομο Επανασιτισμού Refeeding Syndrome (RFS) για τις επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν μετά από διατροφής υποσιτισμένου ατόμου.

 

In this article