Την ανάγκη ενίσχυσης των κινήτρων για τη διεξαγωγή κλινικών μελετών στην Ελλάδα, υπογραμμίζει ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) σε επιστολή του προς τους αρμόδιους Υπουργούς. Όπως αναφέρει, παρά τις σημαντικές δυνατότητες της χώρας, η αξιοποίηση του επενδυτικού clawback για κλινικές μελέτες μειώνεται διαρκώς.
Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, το επενδυτικό clawback έχει αποδειχθεί άκρως αποτελεσματικό στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων, όπως η κατασκευή και η αναβάθμιση παραγωγικών εγκαταστάσεων. Ωστόσο, το επενδυτικό clawback και τα σχετικά κίνητρα που συνδέονται με την προσέλκυση κλινικών μελετών δεν έχουν επιδείξει αντίστοιχη αποτελεσματικότητα.
Πιο συγκεκριμένα, το 2021 απορροφήθηκαν €50 εκατ. για κλινικές μελέτες από το σύνολο των €100 εκατ., το 2023 το ποσό μειώθηκε στα €5,5 εκατ. από το σύνολο των €125 εκατ. και το 2025 στα €2,5 εκατ. από το σύνολο των €100 εκατ. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια τη διαρκώς μειούμενη αποτελεσματικότητα του μέτρου ως κινήτρου για την προσέλκυση κλινικών Μελετών, τονίζει ο Σύνδεσμος.
Όπως υπογραμμίζει ο ΣΦΕΕ, ο ασθενής που συμμετέχει σήμερα σε μια κλινική μελέτη αποκτά πρόσβαση σε καινοτόμο φάρμακο που θα κυκλοφορήσει ευρέως 5-10 χρόνια αργότερα. Παράλληλα, υπόκειται σε συστηματική παρακολούθηση από εξειδικευμένη ομάδα επαγγελματιών υγείας. Οι νέες θεραπείες -πολλές από τις οποίες είναι πολύ ακριβές- παρέχονται από τις εταιρείες δωρεάν στους συμμετέχοντες για την υπό μελέτη θεραπεία, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξοικονόμηση πόρων για το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Ο ΣΦΕΕ υποστηρίζει ότι οι κλινικές μελέτες αποτελούν άμεση εισροή επενδυτικών πόρων από το εξωτερικό προς το Δημόσιο σύστημα υγείας, οι οποίοι κατευθύνονται στα νοσοκομεία, στους άρτια καταρτισμένους ερευνητές-ιατρούς και στο προσωπικό που συμμετέχει στη διεξαγωγή τους. Επιπλέον, οι κλινικές μελέτες είναι ένας τρόπος επένδυσης στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία, τον οποίο είναι σε θέση να υλοποιήσουν πολλές διεθνείς εταιρείες και μάλιστα σε συνεχή βάση, σε αντίθεση με επενδύσεις σε παραγωγικές εγκαταστάσεις που λαμβάνονται όχι πολύ συχνά και συνεκτιμούν πολλαπλά δεδομένα και κριτήρια, πολλά από τα οποία δεν πληρεί η χώρα μας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει: με ένα κονδύλι €53 δις/έτος στην Ευρώπη για Έρευνα & Ανάπτυξη σε φάρμακα, η Ελλάδα προσελκύει €100 εκατ. περίπου ετησίως. Με πληθυσμιακό μερίδιο 2,3% στην Ευρώπη, το θεωρητικό ποσό που θα έπρεπε να προσελκύει η χώρα ανέρχεται σε €1,2 δισ. ετησίως. Αντίστοιχα, το Βέλγιο προσελκύει €6 δισ. ετησίως, η Γαλλία €5.4 δισ. και η Ουγγαρία €305 εκατ./έτος.
Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, η Ελλάδα έχει επιλέξει ένα πλαίσιο που επιβαρύνει δυσανάλογα τη φαρμακευτική καινοτομία, μέσω υπερφορολόγησης και υποχρεωτικών επιστροφών, οι οποίες επιβάλλονται επί ήδη ιδιαίτερα χαμηλών αρχικών τιμών, με αποτέλεσμα μόνο 1 στα 5 νέα φάρμακα να έρχονται στη χώρα μας μέσω ευρείας πρόσβασης. Και καταλήγει στην επιστολή:
«Το ερώτημα, είναι για ποιο λόγο δεν επιχειρείται έστω να ισχυροποιηθεί το πλαίσιο κινήτρων για διεξαγωγή περισσότερων κλινικών μελετών, γεγονός που θα μπορούσε να μετριάσει τη δυσκολία που δημιουργείται από την υπερφορολόγηση και να ανοίξει περισσότερο τον δρόμο για την είσοδο νέων καινοτόμων φαρμάκων στη χώρα.
Απαιτείται μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα ενισχύει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας στην προσέλκυση φαρμακευτικής καινοτομίας , προς όφελος πρωτίστως των ασθενών και της επιστημονικής κοινότητας.
Είναι τώρα η στιγμή η πολιτεία να δείξει με πράξεις ότι πιστεύει στην φαρμακευτική καινοτομία, τα λόγια περίσσεψαν!».













