Ματίνα Χαρμπ: Το μοντέλο της Αυστραλίας και πως να προστατεύσουμε τα παιδιά μας στο χάος των σόσιαλ

20-05-2026

Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των παιδιών. Πλατφόρμες όπως το Instagram, το TikTok και το Snapchat επηρεάζουν καθημερινά τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά επικοινωνούν, εκφράζονται και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους. Παρόλο που τα social media προσφέρουν δυνατότητες ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και κοινωνικής σύνδεσης, ταυτόχρονα συνδέονται όλο και περισσότερο με την αύξηση της βίας μεταξύ ανηλίκων που αρχίζει ακόμη και από τη νηπιακή ηλικία.

Η εφηβεία ειδικά, αποτελεί μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο, κατά την οποία ο άνθρωπος διαμορφώνει την προσωπικότητα του τις αξίες του και θέτει τους στόχους του. Σε αυτή την ηλικία οι έφηβοι θέλουν να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο και αποζητούν αποδοχή και αναγνώριση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκμεταλλεύονται συχνά αυτή την ανάγκη αποδοχής και αναγνώρισης και δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η δημοτικότητα μετριέται μέσω των likes, των followers και των σχολίων.

Τα social media συχνά προβάλλουν πρότυπα που συνδέουν τη δύναμη, την επιτυχία ή τη δημοτικότητα με την επιθετικότητα και την πρόκληση. Βίντεο με καβγάδες, εξευτελισμούς ή επικίνδυνες «δοκιμασίες» γίνονται εύκολα viral και αποκτούν μεγάλη απήχηση στους νέους. Αρκετοί έφηβοι, στην προσπάθειά τους να κερδίσουν προσοχή ή αποδοχή, μιμούνται τέτοιες συμπεριφορές. Έτσι, η βία μετατρέπεται σταδιακά σε τρόπο έκφρασης ή μέσο κοινωνικής προβολής. Επιπλέον, η ανωνυμία του διαδικτύου μειώνει το αίσθημα ευθύνης και κάνει πολλούς νέους να εκφράζονται πιο επιθετικά απ’ ό,τι στην πραγματική ζωή.

Στην Ευρώπη σήμερα, γίνεται πολύ έντονη συζήτηση, γύρω από το αν οι γονείς έχουν χάσει τον ελέγχο της διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών τους εξαιτίας των social media και των ψηφιακών πλατφορμών. Η βασική ανησυχία είναι ότι οι έφηβοι επηρεάζονται περισσότερο από influencers, αλγορίθμους και διαδικτυακές κοινότητες παρά από την οικογένεια και το σχολείο.

 Ο ρόλος των γονιών για να είναι πραγματικά προστατευτικός πρέπει να γίνει «ψηφιακά παιδαγωγικός». Δηλαδή, οι γονείς καλούνται να μάθουν στα παιδιά πώς να χρησιμοποιούν υπεύθυνα το διαδίκτυο, πώς να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση και πώς να αντιμετωπίζουν τον διαδικτυακό εκφοβισμό. Για να το κάνουν αυτό όμως οι γονείς, πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί και οι ίδιοι. Και αυτό δε μπορεί να γίνει χωρίς τη συνεργασία κράτους παιδαγωγών ειδικών και εκπαιδευτικών.

Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της «γονικής ευθύνης» στο διαδίκτυο. Στις νέες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία ανηλίκων, προτείνονται μέτρα όπως ιδιωτικοί λογαριασμοί από προεπιλογή για ανηλίκους, μεγαλύτερος γονικός έλεγχος, περιορισμός εθιστικών λειτουργιών όπως το endless scrolling και καλύτερη ενημέρωση των οικογενειών για τους κινδύνους των social media.

Η Αυστραλία έγινε η πρώτη χώρα που επέβαλε αυστηρή απαγόρευση χρήσης social media σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Από τον Δεκέμβριο του 2025, πλατφόρμες όπως TikTok, Instagram, Snapchat και Facebook υποχρεώθηκαν να διαγράψουν λογαριασμούς ανηλίκων και να εφαρμόσουν ελέγχους ηλικίας.

Τα πρώτα αποτελέσματα όμως δεν είναι ξεκάθαρα. Από τη μία πλευρά εκατομμύρια λογαριασμοί ανηλίκων διαγράφηκαν, σχολεία ανέφεραν μείωση περιστατικών cyberbullying αρκετοί μαθητές έγιναν πιο κοινωνικοί και δραστήριοι εκτός διαδικτύου, και πολλοί γονείς δήλωσαν ότι ένιωσαν για πρώτη φορά πως το κράτος τούς στηρίζει στην επιβολή ορίων.

Από την άλλη πλευρά όμως, πολλοί έφηβοι βρήκαν εύκολα τρόπους παράκαμψης μέσω VPN, ψεύτικων ηλικιών ή λογαριασμών ενηλίκων, πάνω από το 60% των παιδιών 12–15 ετών φαίνεται ότι συνέχισε να χρησιμοποιεί social media παρά την απαγόρευση, ενώ αρκετοί ειδικοί προειδοποιούν ότι οι νέοι μετακινούνται σε λιγότερο ασφαλείς πλατφόρμες.

Επιπλέον, έχουν διατυπωθεί και άλλες ανησυχίες ότι το μέτρο ίσως απομονώνει κοινωνικά τους εφήβους, περιορίζει την πρόσβασή τους στην ενημέρωση. Το πρόβλημα φαίνεται ότι δε λύνεται με απαγορεύσεις αλλά με εκπαίδευση και οικογενειακή καθοδήγηση. Έτσι, το γενικό συμπέρασμα μέχρι στιγμής είναι ότι το αυστραλιανό μοντέλο δεν θεωρείται πλήρως επιτυχημένο, όμως έχει αλλάξει σημαντικά τη δημόσια συζήτηση.

Το σίγουρο είναι ότι οι γονείς δεν μπορούν πλέον να μένουν «θεατές» στη ψηφιακή ζωή των παιδιών τους , είτε γιατί φοβούνται να επιβάλουν όρια, ή είτε γιατί εργάζονται πολλές ώρες και προσπαθούν να αποφύγουν τις συγκρούσεις. Η θέσπιση ορίων είναι πολύ σημαντική αλλά θα πρέπει να συμπληρώνεται από τη συναισθηματική παρουσία των γονιών και την σχέση εμπιστοσύνης που έχουν χτίσει μα τα παιδιά τους με το δικό τους παράδειγμα. Θα πρέπει και οι ίδιοι να μειώσουν το χρόνο που περνάνε μπροστά στις οθόνες γιατί οι εφηβοι περισσότερο μιμούνται συμπεριφορές παρά ακούνε συμβουλές.

 

Η Ματίνα Χαρμπ Κεκάτου είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας και εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση στην Αυστρία