Η Νάντια Γκογκοζώτου έχει τη φήμη της απαιτητικής διαπραγματεύτριας. Όχι άδικα. Αυστηρή, επίμονη, αλλά και με ισχυρή αίσθηση δικαιοσύνης, γνωρίζει σε βάθος το φάρμακο και τους μηχανισμούς ενός συστήματος στο οποίο κάθε απόφαση μεταφράζεται ταυτόχρονα σε κόστος, πρόσβαση και, τελικά, θεραπεία για έναν ασθενή. Από το 2019 στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων και πρόεδρός της από το 2022, έχει βρεθεί απέναντι στις φαρμακευτικές εταιρείες σε μερικές από τις δυσκολότερες διαπραγματεύσεις των τελευταίων ετών. Η ίδια, πάντως, επιμένει ότι η εξοικονόμηση δεν είναι αυτοσκοπός και ότι η διαπραγμάτευση ποτέ δεν είναι απλώς μια ψυχρή λογιστική άσκηση. Όπως μας λέει στο healthview: «σημασία έχει να δαπανάς σωστά κάθε ευρώ». Σήμερα, ως μη εκτελεστική πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ και πλέον πρόεδρος της Επιτροπής του Ταμείου Καινοτομίας, αναλαμβάνει μια ακόμη δυσκολότερη εξίσωση: πώς η χώρα θα πληρώνει για την πραγματική καινοτομία και, κυρίως, πώς αυτή θα φτάνει γρήγορα στον ασθενή που τη χρειάζεται.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε διαχρονικά στην λειτουργία της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης και πως ξεπεράστηκαν;
Όταν ξεκινήσαμε το 2018, η Επιτροπή στήθηκε ουσιαστικά ως ένας προσωρινός, μεταβατικός μηχανισμός. Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν ήταν μόνο ο όγκος των αιτημάτων, αλλά το γεγονός ότι καλούμασταν να φέρουμε εις πέρας εξαιρετικά σύνθετες διαπραγματεύσεις στηριζόμενοι σχεδόν αποκλειστικά στην εθελοντική προσφορά και το φιλότιμο εξαιρετικών επιστημόνων, χωρίς μια οργανωμένη διοικητική δομή από πίσω. Παράλληλα, έπρεπε να σπάσουμε αγκυλώσεις και αποσπασματικές πρακτικές δεκαετιών, χτίζοντας από το μηδέν ένα πλαίσιο διαφανές, σοβαρό και δεσμευτικό για όλους. Πώς τα καταφέραμε; Με πολλή προσωπική δουλειά, προσήλωση, επιστημονική αυστηρότητα και τη σταδιακή καθιέρωση εργαλείων όπως οι κλειστοί προϋπολογισμοί, που βασίζονται πλέον σε πραγματικά επιδημιολογικά δεδομένα και όχι σε υποθέσεις.
Θα επανέλθουμε στους κλειστούς προϋπολογισμούς, αλλά επειδή μιλήσατε για αγκυλώσεις και την ανάγκη της διαφάνειας, σε ποιο βαθμό έχει επιτευχθεί μετά από οκτώ χρόνια ένα κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους τέσσερις πόλους: Πολιτεία, Εταιρείες, Ασθενείς και Επαγγελματίες Υγείας;
Έχει γίνει τεράστια πρόοδος, αλλά η εμπιστοσύνη δεν είναι κάτι που κατακτάται άπαξ· χτίζεται καθημερινά. Σήμερα η πολιτική φαρμάκου είναι ασύγκριτα πιο προβλέψιμη και διαφανής από ό,τι στο παρελθόν, κι αυτό το αναγνωρίζει και η φαρμακοβιομηχανία. Ξέρουν πλέον ότι απέναντί τους έχουν έναν σοβαρό και αξιόπιστο διαπραγματευτή. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρόσβαση στις νέες θεραπείες είναι συλλογική ευθύνη. Αντιμετωπίζουμε τους εκπροσώπους των ασθενών και τους γιατρούς όχι απλώς ως «παράγοντες του συστήματος», αλλά ως ισότιμους συμμάχους. Για μένα, η διαπραγμάτευση δεν ήταν ποτέ μια ψυχρή, λογιστική άσκηση αριθμών, αλλά μια διαδικασία με βαθιά ανθρώπινο πρόσημο.
Κατανοητό, αλλά δεν παύει η άσκηση από την πλευρά σας να έχει λογιστικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη της χρηματοδότησης και στις παρενέργειες του clawback ομού με τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας…
…και, αυτό κάνουμε, αν μου επιτρέπεται, όλα αυτά τα χρόνια και υποθέτω όλοι οι -καλοπροαίρετοι τουλάχιστον- πόλοι που αναφέρατε προηγουμένως, κυρίως το αναγνωρίζουν. Να δούμε όμως που βρισκόμαστε σήμερα γιατί περνάμε σε ένα κομβικό σημείο μετασχηματισμού. Το clawback, έτσι όπως λειτούργησε για χρόνια, ήταν ένας απρόβλεπτος και κατασταλτικός μηχανισμός που δημιουργούσε ασφυξία. Η δική μας στρατηγική εστιάζει στη σταδιακή αντικατάσταση αυτής της «τυφλής» επιβάρυνσης με δομημένες, προκαθορισμένες εκπτώσεις και κλειστούς προϋπολογισμούς. Με αυτό το μοντέλο πετυχαίνουμε διπλό στόχο: από τη μία δίνουμε στις εταιρείες την προβλεψιμότητα που δικαιούνται για τον προγραμματισμό τους, κι από την άλλη εξασφαλίζουμε τη ρευστότητα και τη βιωσιμότητα του ΕΟΠΥΥ και των νοσοκομείων, χωρίς να στερήσουμε ούτε μία απαραίτητη θεραπεία από τους πολίτες.
Έτσι όπως το λέτε ακούγεται ιδανικό. Έχουν άδικο δηλ. οι φαρμακευτικές εταιρείες που διαμαρτύρονται; Ή έστω, που έχουν δίκιο και που υπερβάλλουν;
Κατανοώ απόλυτα το αίτημα των εταιρειών για σταθερούς κανόνες παιχνιδιού και για έναν επαρκή δημοσιονομικό χώρο· καμία επιχείρηση δεν μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της μέσα στην αβεβαιότητα. Σε αυτό λοιπόν έχουν δίκιο. Εκεί όμως που πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι είναι ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να αυξάνει ανεξέλεγκτα τη χρηματοδότηση χωρίς κριτήρια. Δεν είναι κάθε νέο φάρμακο αναγκαστικά και θεραπευτική επανάσταση. Οφείλουμε να αμείβουμε και να αποζημιώνουμε την πραγματική κλινική υπεροχή. Αν διοχετεύουμε πολύτιμους δημόσιους πόρους σε σκευάσματα με οριακό μόνο όφελος, στερούμε ουσιαστικά τη δυνατότητα από τον ασθενή που δίνει μάχη για τη ζωή του να λάβει μια πραγματικά καινοτόμο θεραπεία.
Ας, πάμε και στα «νούμερα». Θέσατε τον πήχη πολύ ψηλά τα προηγούμενα χρόνια με την εξοικονόμηση περίπου 2,8 δις €. Μιλήσατε για 1,1 δις € το 2025. Επιβεβαιώθηκε; Ποια είναι η πρόβλεψη για το ’26;
Τα «νούμερα» μιλούν από μόνα τους και επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα αυτής της προσπάθειας. Η σωρευτική εξοικονόμηση της πενταετίας 2020–2024 ξεπέρασε τα 2,8 δισ. € (1,9 δισ. για τον ΕΟΠΥΥ και 0,9 δισ. για τα νοσοκομεία), ενώ και για το 2025 ο στόχος των 1,1 δισ. € υπερκαλύφθηκε. Για το 2026, δεν επαναπαυόμαστε. Στόχος μας είναι η περαιτέρω ισχυροποίηση του μοντέλου, αξιοποιώντας πλέον στο έπακρο τα αναμενόμενα σε εφαρμογή νέα ψηφιακά εργαλεία (τα θεραπευτικά μητρώα ασθενών, τον ηλεκτρονικό φάκελο και τη διασύνδεση των συστημάτων) τα οποία θα μας δίνουν τη δυνατότητα να διαπραγματευόμαστε με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια και επιστημονική τεκμηρίωση.
Υπάρχει όμως όριο στην εξοικονόμηση… Και υποθέτουμε αυτό σχετίζεται με το αίτημα του κλάδου για αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης;
Προσοχή. Να το διευκρινίσουμε. Η εξοικονόμηση δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε σημαίνει «κάνω περικοπές για να στερήσω φάρμακα». Σημασία έχει να δαπανάς σωστά και δίκαια κάθε ευρώ του φορολογούμενου, επενδύοντας στην πραγματικότητα στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Η εξοικονόμηση που πετυχαίνουμε στην Επιτροπή είναι ακριβώς το εργαλείο που δημιουργεί τον απαραίτητο «ζωτικό χώρο» στον προϋπολογισμό, ώστε να εισαγάγουμε και να αποζημιώσουμε τις νέες, πολύ ακριβές θεραπείες. Άρα, η εξοικονόμηση και η ενίσχυση της δαπάνης δεν είναι αντίπαλες έννοιες αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος όταν ο στόχος είναι η αποδεδειγμένη κλινική αξία.
Να επανέλθουμε στους κλειστούς προϋπολογισμούς. Πόσο ρεαλιστικό είναι να δημιουργηθούν -και σχετικά σύντομα- για περισσότερες θεραπευτικές κατηγορίες;
Είναι όχι μόνο ρεαλιστικό, αλλά αποτελεί ήδη τη ραχοκοκαλιά της στρατηγικής μας. Αυτή τη στιγμή η Επιτροπή διαχειρίζεται πάνω από το 65% της αρχικής φαρμακευτικής δαπάνης μέσα από σχεδόν 100 κλειστούς προϋπολογισμούς. Τα αποτελέσματα της τελευταίας διετίας είναι αποκαλυπτικά: ειδικά στα φάρμακα υψηλού κόστους, ενώ φαίνεται ένα σημαντικό ποσοστό αύξησης της αρχικής δαπάνης σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, όταν εφαρμόζονται οι κλειστοί προϋπολογισμοί, η ανάπτυξη μειώνεται σε λιγότερο από το μισό. Και το σημαντικότερο; Αυτό έγινε χωρίς να κοπεί καμία απολύτως απαραίτητη θεραπεία. Το γεγονός ότι το 2025 το ύψος των κλειστών προϋπολογισμών ξεπέρασε τα 1,5 δισ. ευρώ, όταν το 2020 κινούνταν μόλις στα 130 εκατ. ευρώ, αποδεικνύει ότι η προσέγγιση αυτή αποτελεί πλέον αμοιβαία αποδεκτή λύση και για τη συντριπτική πλειονότητα της φαρμακευτικής αγοράς. Όταν ένας μηχανισμός αποδεικνύεται στην πράξη ότι εξασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία, την προβλεψιμότητα για τις εταιρείες και τη θεραπευτική συνέχεια για τους πολίτες, η επέκτασή του σε επιπλέον κατηγορίες αποτελεί φυσική και αναγκαία εξέλιξη του φαρμακευτικού σχεδιασμού.
Υπάρχουν όμως και ενστάσεις για πιθανές «παρενέργειες». Πώς απαντάτε σε όσους λένε ότι οι κλειστοί προϋπολογισμοί θέτουν σε κίνδυνο την επάρκεια φαρμάκων;
Απαντώ με την πραγματικότητα των αριθμών και των δεδομένων: κανένας κλειστός προϋπολογισμός δεν βάζει «κόφτη» στην περίθαλψη του ασθενή. Οι προϋπολογισμοί αυτοί συντάσσονται με βάση τις πραγματικές επιδημιολογικές ανάγκες της χώρας. Αντίθετα, αυτό που κάνει ένας κλειστός προϋπολογισμός είναι να προστατεύει την επάρκεια: δίνει τη δυνατότητα στο σύστημα να γνωρίζει τις υποχρεώσεις του και να εξασφαλίζει τη ρευστότητα, ώστε οι εταιρείες να τροφοδοτούν ομαλά την αγορά. Οι συμφωνίες μας δεν περιορίζουν την πρόσβαση· Τη διασφαλίζουν.
Η διασφάλιση στην πρόσβαση είναι σαφώς ζητούμενο. Ειδικότερα για τις σπάνιες ασθένειες, η σκέψη για ξεχωριστό προϋπολογισμό για τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας που βρίσκεται σήμερα και τι θα σημαίνει αυτό για την πρόσβαση των ασθενών;
Αυτό είναι ένα θέμα που με αγγίζει προσωπικά και πλέον βλέπω ότι αποτελεί μια πρωτοβουλία επιστημονικά επιβεβλημένη και σε φάση πλήρους θεσμικής ωρίμανσης. Τα «ορφανά» φάρμακα αφορούν εξειδικευμένες, σπάνιες παθήσεις με μικρούς πληθυσμούς ασθενών, όπου συχνά δεν υφίσταται καμία εναλλακτική θεραπευτική επιλογή. Είναι επιστημονικά και αξιολογικά άστοχο να εφαρμόζουμε τα ίδια συμβατικά κριτήρια αξιολόγησης και αποζημίωσης σε θεραπείες σπανίων νοσημάτων και σε φαρμακευτικά σκευάσματα ευρείας χρήσης. Η θεσμοθέτηση ενός διακριτού προϋπολογισμού και ενός ειδικά διαμορφωμένου πλαισίου αξιολόγησης θα εξασφαλίσει ταχύτερες διαδικασίες, ευέλικτες συμφωνίες προσωρινής αποζημίωσης και, κυρίως, την άμεση εισαγωγή αυτών των θεραπειών στην κλινική πράξη. Με τον τρόπο αυτό, αίρονται τα γραφειοκρατικά εμπόδια και διασφαλίζεται ότι ο ασθενής με σπάνιο νόσημα αποκτά ισότιμη και έγκαιρη πρόσβαση στη θεραπεία του.
Ποιο είναι το καλύτερο ρεαλιστικό σενάριο για το αύριο της Επιτροπής και της λειτουργίας του συστήματος;
Το ρεαλιστικό όραμα για την επόμενη μέρα είναι μια Επιτροπή θεσμικά θωρακισμένη, η οποία δεν θα στηρίζεται πια στην προσωπική αφοσίωση ορισμένων ανθρώπων, αλλά σε μια μόνιμη, ισχυρή διοικητική και επιστημονική δομή. Παράλληλα, θέλουμε την πλήρη ψηφιακή διασύνδεση με την ΗΔΙΚΑ και τα θεραπευτικά μητρώα. Θέλουμε δηλαδή να γνωρίζουμε σε πραγματικό χρόνο την αποτελεσματικότητα κάθε φαρμάκου στον πραγματικό πληθυσμό. Αυτό θα μας επιτρέψει να περάσουμε σε σύγχρονα μοντέλα αποζημίωσης βάσει θεραπευτικού αποτελέσματος -να πληρώνει δηλαδή το δημόσιο σύστημα με βάση το πόσο πραγματικά ωφελείται ο ασθενής- ολοκληρώνοντας παράλληλα και το ειδικό πλαίσιο για τα ορφανά φάρμακα.
Πόσο μακριά είμαστε από το ζητούμενο που αναφέρατε για τη διασύνδεση με ΗΔΙΚΑ;
Βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά από όσο νομίζουμε, καθώς η τεχνική υποδομή και τα θεραπευτικά μητρώα έχουν θέσει τις βάσεις. Αυτό που απομένει είναι η πλήρης επιχειρησιακή διασύνδεση, η οποία εντός των επόμενων μηνών θα επιτρέψει στην Επιτροπή να διαπραγματεύεται με βάση πραγματικά δεδομένα αποτελεσματικότητας και χρήσης σε real-time χρόνο. Πιστεύω ότι οι συμφωνίες αποζημίωσης βάσει θεραπευτικού αποτελέσματος θα μπορούν να τεθούν σύντομα σε εφαρμογή.
Πως φαντάζεστε ένα ιδανικό σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και αποζημίωσης όπου και οι τέσσερεις πόλοι που αναφέραμε – Πολιτεία, Εταιρείες, Ασθενείς και Επαγγελματίες Υγείας – θα είναι ευχαριστημένοι;
Φαντάζομαι ένα σύστημα όπου η διαπραγμάτευση παύει να είναι πεδίο αντιπαράθεσης και μετατρέπεται σε μια ζωντανή συμφωνία κοινωνικής ευθύνης. Σε αυτό το περιβάλλον, ο ασθενής νιώθει απόλυτη ασφάλεια γιατί λαμβάνει έγκαιρα την ενδεδειγμένη θεραπεία, ενώ η Πολιτεία διασφαλίζει ότι δεν απειλείται η δημοσιονομική βιωσιμότητα του ΕΣΥ. Την ίδια στιγμή, οι φαρμακευτικές εταιρείες αποκτούν την προβλεψιμότητα και τη διαφάνεια που χρειάζονται για να επενδύουν, και οι γιατροί έχουν στα χέρια τους τα πιο σύγχρονα και κλινικά αποδεδειγμένα εργαλεία για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Είναι ένα σύστημα όπου κανείς δεν κερδίζει σε βάρος του άλλου, αλλά όλοι μαζί θωρακίζουν τη δημόσια υγεία.
Αναλάβατε πρόσφατα επικεφαλής της Επιτροπής του Ταμείου Καινοτομίας. Ποιες είναι οι σκέψεις σας, οι στόχο που έχετε θέσει και πως αυτά συνδυάζονται με την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης;
Η ανάληψη του Ταμείου Καινοτομίας είναι για μένα μια τεράστια ευθύνη, αλλά και μια μοναδική ευκαιρία για το σύστημα υγείας μας. Ο βασικός στόχος που έχουμε θέσει είναι να λειτουργήσει το Ταμείο ως ένας ταχύς και ευέλικτος «ενδιάμεσος σταθμός». Σήμερα, η επιστήμη καλπάζει με γονιδιακές και κυτταρικές θεραπείες που μπορούν να αλλάξουν ριζικά την πορεία μιας νόσου, όμως οι παραδοσιακοί μηχανισμοί αποζημίωσης συχνά αργούν να τις ενσωματώσουν. Το Ταμείο Καινοτομίας έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό. Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι μόλις μια πραγματικά πρωτοποριακή θεραπεία εγκρίνεται και αποδεικνύει την κλινική της υπεροχή, θα φτάνει άμεσα στον ασθενή που τη χρειάζεται. Το Ταμείο θα λειτουργεί συμπληρωματικά με την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, ώστε η ραγδαία επιστημονική εξέλιξη να μην μένει στα χαρτιά, αλλά να μεταφράζεται άμεσα σε ελπίδα και ποιότητα ζωής.












