Στη μείωση των νοσηλειών και στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα, συμβάλλουν τα καινοτόμα φάρμακα, σύμφωνα με νέα οικονομική μελέτη για τον αντίκτυπο της φαρμακευτικής καινοτομίας στην Ευρώπη. Τα ευρήματα της μελέτης παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση στον Σύνδεσμο Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ), από τον ο κ. Γιάννη Αθανασίου, Senior Researcher, WiFOR Institute.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, την περίοδο 2014–2024, η επένδυση της Ευρώπης ύψους 11,67 δισ. ευρώ σε νέα φάρμακα απέφερε περισσότερα από πέντε φορές το αρχικό ποσό σε κοινωνικά και οικονομικά οφέλη, καθώς και σε εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών. Συνολικά, η απόδοση ανήλθε σε 66 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περισσότερα από 9 δισ. ευρώ προήλθαν από άμεση εξοικονόμηση νοσοκομειακών δαπανών.
Ειδικά για την Ελλάδα τα βασικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι τα καινοτόμα φάρμακα συμβάλλουν στη μείωση των νοσηλειών και στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής:
Αποφεύχθηκαν 25,6 χιλιάδες έτη δυνητικής ζωής που θα είχαν χαθεί, γεγονός που ισοδυναμεί με τη διατήρηση του πλήρους προσδόκιμου ζωής (81,3 έτη) 313 ανθρώπων στην Ελλάδα.
Καταγράφηκαν 252,4 χιλιάδες λιγότερες ημέρες νοσηλείας, ποσότητα που αντιστοιχεί στην απελευθέρωση 691 νοσοκομειακών κλινών για έναν ολόκληρο χρόνο — δηλαδή σε περισσότερο από το 70% της συνολικής δυναμικότητας κλινών του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός».
Με επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία μόλις 93 εκατ. ευρώ – σε τιμές καταλόγου και χωρίς να αφαιρούνται οι επιστροφές (clawback & rebates) δημιουργήθηκε σημαντική αξία για την ελληνική κοινωνία:
430 εκατ. ευρώ oικονομικό όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας, που αντιστοιχεί σε σχεδόν 0,2% του ΑΕΠ της Ελλάδας.
127 εκατ. ευρώ εξοικονόμηση από τη μείωση των νοσηλειών, ποσό που ισοδυναμεί με το 1,5% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης της χώρας.
Αναφερόμενος στην αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, κ. Στέλιος Λουκίδης, επισήμανε ότι συμβάλλει και στην καλύτερη κατανόηση των ίδιων των νοσημάτων από την ιατρική κοινότητα. Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας σε ασθενείς με σοβαρό άσθμα, η οποία κατέδειξε μείωση των παροξυσμών κατά 80% και των νοσηλειών κατά 90%, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική συμβολή των καινοτόμων θεραπειών στη βελτίωση της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Ο Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), κ. Εμμανουήλ Σαλούστρος, υπογράμμισε ότι η πρόοδος στην ογκολογία τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακή, καθώς σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990 οι θάνατοι από καρκίνο έχουν μειωθεί κατά περίπου 30%, γεγονός που μεταφράζεται στην αποτροπή ενός στους τρεις θανάτους, χάρη στην πρόληψη και την ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τον μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα, όπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μόλις ένας στους 20 ασθενείς επιβίωνε για πέντε χρόνια, ενώ σήμερα, με την ανοσοθεραπεία και τα υπόλοιπα καινοτόμα φάρμακα, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί σε έως έναν στους τρεις ασθενείς.
Ο κ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια ο τομέας του διαβήτη και της παχυσαρκίας γνωρίζει μια πραγματική έκρηξη καινοτομίας, με την ανάπτυξη νέων θεραπειών που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καλύτερα ανεκτές από τους ασθενείς και συνοδεύονται από λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας.
«Η μελέτη του WiFOR επιβεβαιώνει ότι οι επενδύσεις στην υγεία δεν αποτελούν κόστος, αλλά μοχλό ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα περιβάλλον που θα ενισχύει την καινοτομία και θα διασφαλίζει την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες», δήλωσε ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ, κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου.
Ο κ. Μιχάλης Χειμώνας, Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ, σημείωσε ότι «Η υποχρηματοδότηση της υγείας και του φαρμάκου αποτελεί πολιτική επιλογή με αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη για μια βιώσιμη πολιτική που θα στηρίζει την υγεία και την οικονομία. Η Ελλάδα πρέπει να πάρει τις αποφάσεις της πάνω σε αυτό το θέμα».
Η μελέτη εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο WifOR σε συνεργασία με τον καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Columbia, Frank R. Lichtenberg.












