Όσο περνάνε τα χρόνια παρατηρούμε αλλαγές στην όραση μας. Αυτο είναι φυσιολογικό. Οι περισσότεροι αρχίζουμε και δεν βλέπουμε καλά κοντά. Άλλοι δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν χρώματα παρόμοιας χροιάς.
Αυτού του είδους τα προβλήματα αντιμετωπίζονται εύκολα με διορθωτικά γυαλιά, φακούς επαφής ή βελτίωση του φωτισμού στο σπίτι.
Υπάρχουν όμως και πολλές παθήσεις των ματιών οι οποίες είναι πιο συχνές μετά την ηλικία των 60 ετών και οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν μη αναστρέψιμες βλάβες στην όραση, εάν δεν γίνουν αντιληπτές νωρίς, όταν ακόμα μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Ο τακτικός έλεγχος των ματιών και της όρασης μπορεί να αποκαλύψει αδιόρατες αλλαγές, πριν να είναι πολύ αργά.

Επιπλέον, συστηματικά προβλήματα υγείας, όπως η υπέρταση ή ο σακχαρώδης διαβήτης, έχουν και οφθαλμολογικές επιπτώσεις, οι οποίες όμως παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδαςείναι κλασική οφθαλμοπάθεια της τρίτης ηλικίας.
Η ωχρά κηλίδα είναι ένα λεπτό στρώμα φωτοευαίσθητων νευρικών κυττάρων που αποτελεί το κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδή χιτώνα στο πίσω μέρος του οφθαλμού. Είναι υπεύθυνη για την ευκρινή όραση, καθώς και για την αντίληψη των χρωμάτων.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας αποτελεί την συχνότερη αιτία τύφλωσης σε ηλικιωμένους ανθρώπους στις ανεπτυγμένες χώρες.
Υπολογίζεται ότι κάθε άνθρωπος έχει μία στις 12 πιθανότητες να την εκδηλώσει στη διάρκεια της ζωής τους. Εάν όμως έχει στενό συγγενή με την οφθαλμοπάθεια, οι πιθανότητές του αυξάνονται αισθητά.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς πλήττει δραστηριότητες, όπως το διάβασμα, την οδήγηση, την ικανότητα να βλέπει κάποιος τηλεόραση, την αναγνώριση των προσώπων.
Και αυτό διότι η οφθαλμοπάθεια επηρεάζει την κεντρική όραση, η οποία είναι απαραίτητη σε όλες αυτές τις δραστηριότητες. Αντιθέτως, η περιφερειακή όραση παραμένει ανέπαφη.
Ο καταρράκτης επίσης είναι συχνότερος μετά τα 60 έτη, αν και μπορεί να προσβάλλει ανθρώπους κάθε ηλικίας. Κατ’ αυτόν, θολώνει ο κρυσταλλοειδής φακός του ματιού, ο οποίος βρίσκεται πίσω από την ίριδα και φυσιολογικά μας επιτρέπει να βλέπουμε με ευκρίνεια.
Το θόλωμά του με την πάροδο της ηλικίας οφείλεται κυρίως σε αλλοιώσεις της πρωτεϊνικής του δομής. Όταν ο φακός θολώσει αρκετά και εμποδίζει τη διέλευση του φωτός, εμφανίζονται προβλήματα κυρίως στη μακρινή όραση.
Υπολογίζεται ότι σχεδόν οι μισοί άνθρωποι ηλικίας άνω των 60 ετών εκδηλώνουν καταρράκτη. Στις ηλικίες άνω των 80 ετών, όμως, πάσχουν περισσότερα από εννέα στα δέκα άτομα.
Αυτός ο γεροντικός καταρράκτης, όπως λέγεται, συνήθως αναπτύσσεται και στα δύο μάτια. Ωστόσο η εξέλιξή του μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ματιών.
Η ανάπτυξή του προκαλεί θολή όραση, μειωμένη ευαισθησία στην αντίθεση (contrast), μειωμένη όραση στο ημίφως (π.χ. κατά την οδήγηση το βράδυ), «ξεθώριασμα» των χρωμάτων και αυξημένη ευαισθησία στις αντανακλάσεις του φωτός.

Μετά την ηλικία των 60 ετών αυξάνεται σημαντικά και ο κίνδυνος να αναπτυχθεί γλαύκωμα, το οποίο επηρεάζει το οπτικό νεύρο και, εάν δεν διαγνωστεί εγκαίρως, μπορεί να προκαλέσει τύφλωση. Το οπτικό νεύρο υφίσταται βλάβες κυρίως από την αυξημένη πίεση στο εσωτερικό του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση).
Η πίεση αυτή ασκείται από το υγρό (λέγεται υδατοειδές υγρό) που βρίσκεται στο εσωτερικό του οφθαλμού.
Το γλαύκωμα είναι ίσως η πιο “ύπουλη” από τις οφθαλμοπάθειες αυτής της κατηγορίας, διότι δίνει συμπτώματα μόνο στα τελικά στάδια, όταν έχει εγκατασταθεί ήδη μεγάλη απώλεια στο οπτικό πεδίο.
Για τον λόγο αυτό ονομάζεται και “σιωπηρή νόσος”, η οποία όμως ανήκει στις παθολογικές καταστάσεις που μπορούν (αν δεν διαγνωστούν έγκαιρα) να οδηγήσουν σε ολική και μη επανορθωμένη απώλεια της όρασης.
Υπολογίζεται ότι ο κίνδυνος να αναπτυχθεί γλαύκωμα είναι εξαπλάσιος μετά τα 60 έτη, απ’ ό,τι στις νεότερες ηλικίες. Αυτό οφείλεται στη σταδιακή επιβράδυνση του συστήματος παροχέτευσης του υδατοειδούς υγρού και στη σχετιζόμενη με την ηλικία εξασθένηση του οπτικού νεύρου. Ιδιαίτερα κινδυνεύουν ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχεται η οπτική οξύτητα και γίνεται μυδρίαση (διαστολή της κόρης του οφθαλμού με ειδικά κολλύρια) για να εξεταστεί το εσωτερικό των ματιών (π.χ ο βυθός) και να ελεγχθεί η υγεία του οπτικού νεύρου και της ωχράς κηλίδας.
Γίνεται επίσης μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (για το γλαύκωμα) και εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία που μπορεί να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει την ύπαρξη καταρράκτη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:
Ατμοσφαιρική ρύπανση: Ο «αόρατος» εχθρός της όρασης













