Σύνδρομο Άσπεργκερ: Τι είναι και πώς εκδηλώνεται

παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ
17-02-2021

Το σύνδρομο Άσπεργκερ…επίσης γνωστό ως διαταραχή Άσπεργκερ  ή απλά Άσπεργκερ, είναι μια διαταραχή του φάσματος του αυτισμού (autism spectrum disorder, «ASD»). Χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση και στη λεκτική επικοινωνία, ενώ παράλληλα εκδηλώνεται με περιορισμένες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές και ενδιαφέροντα. 

Διαφέρει από τις άλλες διαταραχές του φάσματος του αυτισμού λόγω της σχετικής διατήρησης της γλωσσικής και γνωστικής ανάπτυξης. Η φυσική αδεξιότητα και η άτυπη (περίεργη, παράξενη) χρήση της γλώσσας αναφέρονται συχνά ως συμπτώματα, όμως δεν απαιτούνται για τη διάγνωση του συνδρόμου.

Το σύνδρομο πήρε το όνομά του από τον Αυστριακό παιδίατρο Χάνας Άσπεργκερ, ο οποίος στην πρακτική του το 1944 μελέτησε και περιέγραψε παιδιά με μειωμένες ικανότητες ενσυναίσθησης και λεκτικής επικοινωνίας με τους συνομηλίκους τους, τα οποία παράλληλα ήταν σωματικά αδέξια.

Η σύγχρονη αντίληψη για το σύνδρομο Άσπεργκερ διαμορφώθηκε το 1981 και πέρασε από μια περίοδο εκλαΐκευσης, για να τυποποιηθεί ως διάγνωση στις αρχές του 1990. Πολλά ερωτήματα παραμένουν σχετικά με τις πτυχές της διαταραχής. Υπάρχει αμφιβολία κατά πόσον διαφέρει από τον αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας, γι’ αυτό και εν μέρει η επικράτηση της δεν έχει εδραιωθεί.

Η διάγνωση

Η διάγνωση του συνδρόμου Άσπεργκερ εξαλείφθηκε το 2013 από την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών (DSM – 5) και αντικαταστάθηκε από μια διάγνωση της διαταραχής του φάσματος του αυτισμού σε δυσχερή κλίμακα.

Τα αίτια και η αντιμετώπιση

 Η ακριβής αιτία του συνδρόμου είναι άγνωστη. Πιθανολογείται ότι το σύνδρομο έχει γενετική βάση, όμως δεν υπάρχει καμία γνωστή γενετική αιτία και οι τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου δεν έχουν εντοπίσει μία σαφή κοινή παθολογία.

Δεν υπάρχει ενιαία αγωγή και η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων παρεμβάσεων υποστηρίζεται μόνο από περιορισμένα δεδομένα.

Οι παρεμβάσεις στοχεύουν στη βελτίωση των συμπτωμάτων και της λειτουργίας του οργανισμού. Η κύρια αντιμετώπιση είναι η συμπεριφορική θεραπεία, η οποία εστιάζει σε συγκεκριμένα ελλείμματα για την αντιμετώπιση των περιορισμένων δεξιοτήτων επικοινωνίας, των έμμονων ή επαναλαμβανόμενων ρουτινών και της φυσικής αδεξιότητας.

 Η κατάσταση των περισσότερων παιδιών βελτιώνεται καθώς αυτά ωριμάζουν και μέχρι την ενηλικίωσή τους, αλλά κάποιες κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες μπορεί να επιμείνουν.

Μερικοί ερευνητές και τα ίδια τα άτομα με Άσπεργκερ έχουν υποστηρίξει μια μετατόπιση στις συμπεριφορές που πρόκειται για μια διαφορά, όχι μια αναπηρία που πρέπει να αντιμετωπιστεί ή να θεραπευτεί.