Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν για ένα βαθύ και ιερό κίνητρο αφήνοντας πίσω τους ευγενή συναισθήματα θαυμασμού και συγκίνησης. Οι Σουλιώτισες θέλησαν να ζήσουν ελεύθερες με αξιοπρέπεια και όταν είδαν ότι αυτό κινδύνευε να χαθεί, αντί να επιλέξουν το συμβιβασμό και την υποδούλωση επέλεξαν την Ελευθερία της επιλογής τους να πεθάνουν όλες μαζί τραγουδώντας και χορεύοντας.
Ζούμε στη χώρα για την Ελευθερία της οποίας κάποιοι κάποτε θυσιάστηκαν. Η ίδια χώρα σήμερα φαίνεται να έχει υποδουλωθεί στη φρενίτιδα του ωμού και χωρίς κόπο κέρδους , των bachelor και των baby showers , του χόρτου , των στοιχηματικών και της κενότητας των κοινοποιήσεων που με τόση ευκολία κάθε παιδί έχει στο κινητό του.
Είμαστε μια κοινωνία που σκοτώνει τα παιδιά. Τα ταΐζει πτωμαΐνη κάθε λεπτό και αναρωτιέται γιατί πεθαίνουν. Μας λένε τα παιδιά:
«Πεθαίνουμε γιατί δεν έχουμε χώρο να ζήσουμε. Γιατί η ζωή που έχουμε φτιάξει όλοι μαζί, μυρίζει φορμόλη. Σε διάφορες εκδοχές της φορμόλης , όπως οσμή κάνναβης, άρωμα τσιγάρων κλασσικών και μη, οσμή αλκοόλ, γεύση ναρκωτικών και εν γένει μια ζωή γεμάτη εξαρτήσεις, που κρατάνε τα παιδιά υποδουλωμένα μπροστά σε μία οθόνη χωρίς δυνατότητα διαδράσης με άλλον κόσμο και μέσα από αυτόν να βρουν τον εαυτό τους.
Είμαστε μια κοινωνία που αντί να σεβόμαστε τη ζωή και την υγεία, προωθούμε την αρρώστια και την εξάρτηση ως δικαίωμα, σεβόμαστε και βοηθάμε κάποιον να σκοτωθεί με την ησυχία του, φτιάχνοντάς του χώρους να καπνίζει, να πίνει, να τρώει ό,τι να ναι , να μην του χαλάμε χατίρι για να μην τον χάσουμε από πελάτη. Και όταν αυτός δεν αισθάνεται καλά με όλα αυτά τον βγάζουμε καταθλιπτικό και τον «φαρμακώνουμε» γιατί είναι δύσκολο να τον πείσουμε να αποχωριστεί τις εξαρτήσεις του και να ζοριστεί, να προσπαθήσει για την ουσιαστική Υγεία του.
Είμαστε μία κοινωνία που βγάζουμε κέρδος, από το να κρατάμε τα παιδιά καθηλωμένα και εξαρτημένα σε αρρωστημένες καταστάσεις. Που φοβόμαστε να θεραπεύσουμε τους γονείς τους, για να μη γίνουμε δυσάρεστοι δείχνοντάς, ότι οφείλουν πρώτα να σεβαστούν τον εαυτό τους και τον σύντροφό τους και μετά να το αφήσουν αυτό, να διαμορφώσει το παιδί τους.
Είμαστε μια κοινωνία πτωμάτων, που βοηθάμε και επιβάλλουμε εν μέρει στα παιδιά να χάσουν επίσης τον εαυτό τους και να υιοθετήσουν περσόνες.
Η περσόνα του επιτυχημένου γιατρού ή ψυχολόγου που φιγουράρει στα κανάλια με μόνο σκοπό να χρεώνει στο γραφείο του μετά αμύθητα ποσά για συμβουλευτική, ή για να μοιράζει διαγνώσεις κατάθλιψης, δέπυ ή αυτισμού – ανάλογα με το αν συνεργάζεται με φαρμακευτικές εταιρείες , με κέντρα λογοθεραπείας και εργοθεραπείας αλλά ποτέ δεν κάνει σχέση με τους γονείς ή τα παιδιά τους, για να καταλάβει, τί πραγματικά έχει συμβεί και το παιδί φέρνει τους γονείς του στον ειδικό.
Η περσόνα του πολιτικού που ανερυθρίαστα κοροϊδεύει, δεν αναλαμβάνει ποτέ ευθύνη για τίποτα και ξέρει μονάχα να κρύβεται και να μην αναγνωρίζει ποτέ το φόβο του, να υπάρξει χωρίς ψηφαλάκια. Και αφού γίνει η ζημιά διατυμπανίζει ότι στέλνει ψυχολόγους στα σχολεία, ξεχνώντας πως είναι καλύτερα να προλαμβάνουμε, παρά να θεραπεύουμε. Το κόστος της πρόληψης όμως, είναι μεγαλύτερο από το κόστος της ανθρώπινης ζωής του πόνου των γονιών που χάνουν το παιδί τους και της αξιοπρέπειας.
Η περσόνα του εκπαιδευτικού που γκρινιάζει μονάχα για το μισθολογικό και παπαγαλίζει οτιδήποτε είναι της μόδας, για να χαρακτηρίσει τα παιδιά και τους γονείς χάνοντας το βασικό σκοπό του λειτουργήματός του, που είναι να σχετιστεί με τα παιδιά και να τους δώσει αξίες για να υπάρχουν.
Η περσόνα του Κληρικού που κρίνει, ενοχοποιεί και κατασκευάζει εχθρούς, υπηρετώντας περισσότερο τον Φαρισαϊσμό παρά το Λόγο του Θεού. Το «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» αντί να διδαχθεί, ως ανάγκη να γνωρίσει το παιδί τον εαυτό του, να τον αποδεχθεί και να τον αγαπήσει, ώστε μετά να σχετιστεί ανάλογα , μετατρέπεται σε σχέση ψευτοταπείνωσης και ψευτοπροσφοράς, που οδηγεί σε σχέσεις γεμάτες επιθετικότητα και καταπίεση που επίσης δυσκολεύουν ειδικά τους εφήβους.
Ο κόσμος οφείλει να σταματήσει μετά από την πτώση των δύο παιδιών που σχετίστηκαν μέσα από τα βραχυκυκλώματά τους και τα τραύματα τους, (ανθρώπινο και φυσικό να έχουν), και συνδέθηκαν, πιάστηκαν χέρι χέρι και πορεύτηκαν σε έναν θάνατο με την πίστη ότι θα βρουν κάτι καλύτερο μετά.
Γιατί να θέλουν πεθάνουν, ρωτούν πολλοί, ενώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν ήξεραν γιατί να ζουν. Δεν ήθελαν να ζουν μία ζωή Πεθαμένων , μια ζωή που μυρίζει πτωμαΐνη με όλες τις παραπάνω μορφές.
Σκοτώνουμε τα παιδιά μας, γιατί δεν τους αφήνουμε χώρο να απεξαρτηθούν από εμάς, τα δικά μας τραύματα και τις προβολές μας. Οφείλουμε να τα απελευθερώσουμε και να τα βοηθήσουμε να ολοκληρωθούν και να αυθυπάρξουν. Έτσι θα τα δούμε απεξαρτημένα σταδιακά, να γνωρίσουν τον εαυτό τους και την μοναδικότητά τους και να μπορούν ενδεχομένως να εκφραστούν, σχετικά με τις δύο ορμές που κυριαρχούν μέσα τους: Την Ορμή του Έρωτα ( της ομορφιάς, της ποιότητας, της χαράς, της ώριμης απόλαυσης) και την Ορμή του Θανάτου( της αυτοκαταστροφής, της εμπλοκής, της περσόνας ως μάσκα επιβίωσης, της άρνησης να στενοχωρηθεί κανείς με την όποια δυσκολία κουβαλά και να παλέψει για να προχωρήσει).
Η κοινωνία μας, δυστυχώς ενθαρρύνει έντονα την Ορμή προς το Θάνατο. Ευνοεί το στυγνό εύκολο κέρδος, παραλείποντας, το αν είναι παθολογικός ή ανάρμοστος ο τρόπος που θα σε κάνει πλουσιότερο.
Όταν τραυματίζεται η Ορμή του Έρωτα και της Ζωής στα παιδιά από την ίδια την κοινωνία, όταν αυτό γίνεται και μόδα ή βαπτίζεται φυσιολογικότητα, τότε ο ψυχισμός ειδικά του εφήβου βραχυκυκλώνει πολύ σοβαρά και δεν μπορεί κανείς εύκολα και αβασάνιστα, να κρίνει είτε τους γονείς πια, ή τους ειδικούς ή τους εκπαιδευτικούς.
Όλοι μαζί όμως μπορούμε να συνεργαστούμε και να μπορέσουμε να αναγνωρίζουμε την παθογένεια μας ώστε να μη θρηνούμε κάθε λίγο και λιγάκι, ως θύματα, τα ίδια τα «προϊόντα» του Έρωτα και της Ζωής, τα παιδιά μας.
Τα παιδιά που παλεύουν για μια καλύτερη ζωή , με την ειλικρίνεια που ακόμα διαθέτουν μας δείχνουν ότι πρέπει να τους δώσουμε μία ακόμα καλύτερη, σοβαρότερη και ουσιαστικότερη εκπαίδευση ( μέσα από την οικογένεια, τη θρησκεία , τον πολιτισμό, την τέχνη, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία μας) αλλά και να περιορίσουμε ως κράτος όλη αυτή την άκρατη , ανοριοθέτητη και αλόγιστη υπερεπένδυση στις εξαρτήσεις και στη «Θανατίλα».
Ένας σοβαρός Πρωθυπουργός, Δάσκαλος, Γονιός, Κληρικός, Γιατρός, Ψυχοθεραπευτής, Δημοσιογράφος, Καλλιτέχνης,( influencers όλοι συνειδητά ή ασυνείδητα με ίνστα ή χωρίς) θα πρέπει να επενδύει σοβαρά πλέον στο να μεγαλώνει ( μέσω σχετίζεσθαι) ψυχές που απολαμβάνουν την ζωή τους ώριμα και με αξίες, όχι με Κενότητα και κομπλεξισμό.
Γιώργος Σωτηρόπουλος Ψυχίατρος Παιδιών και Εφήβων Ψυχοθεραπευτής Ενηλίκων












