Εμμανουήλ Σαλούστρος: Το παράδοξο με τις αντικαρκινικές θεραπείες και τους βιοδείκτες

28-10-2026

Σχεδόν έναν χρόνο μετά το πρώτο ΦΕΚ για την αποζημίωση των ογκολογικών βιοδεικτών, η πρόσφατη επικαιροποίηση του σχετικού καταλόγου αποτελεί ένα σημαντικό θεσμικό βήμα, αλλά η πρόσβαση των ασθενών στις απαραίτητες εξετάσεις παραμένει ζητούμενο. Ο καθηγητής Μανώλης Σαλούστρος, εκ μέρους της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), μιλά στο Healthview για το παράδοξο να αποζημιώνονται αντικαρκινικές θεραπείες χωρίς να καλύπτονται οι εξετάσεις που καθορίζουν τη χορήγησή τους, τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν και την ανάγκη άμεσης εφαρμογής του μέτρου.

Η αποζημίωση των βιοδεικτών στην ογκολογία επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς η απόσταση ανάμεσα στη θεσμική πρόβλεψη και την πραγματική πρόσβαση των ασθενών εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για την εφαρμογή της Ιατρικής Ακριβείας στη χώρα μας.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του πρώτου ΦΕΚ, με το οποίο καθορίστηκαν τιμές για προβλεπτικούς βιοδείκτες των οποίων η αποζημίωση εκκρεμούσε από το 2014, το Υπουργείο Υγείας προχώρησε στην επικαιροποίηση του σχετικού καταλόγου, τροποποιώντας εξετάσεις και μεθόδους διενέργειάς τους.

Η εξέλιξη αυτή αναγνωρίζεται ως θετική από την ογκολογική κοινότητα. Ωστόσο, η ολοκλήρωση των διαδικασιών για την ενεργοποίηση της αποζημίωσης εξακολουθεί να εκκρεμεί.

Όπως είχε δηλώσει πριν από λίγες ημέρες στο Healthview ο πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, κ. Ζαμάνης, η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης από την αρμόδια επιτροπή αναμένεται μέσα στο πρώτο εικοσαήμερο του Νοεμβρίου, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσει η έγκριση του αποτελέσματος από το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι δύο αυτές διαδικασίες αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί έως τον Δεκέμβριο.

Το χρονοδιάγραμμα αυτό δημιουργεί προσδοκίες, αλλά δεν απαντά ακόμη στο βασικό ερώτημα: πότε θα μπορούν οι ασθενείς να πραγματοποιούν τις απαραίτητες εξετάσεις με κάλυψη από τον ΕΟΠΥΥ;

Το Healthview επανέρχεται στο θέμα, ζητώντας αυτή τη φορά την τοποθέτηση του καθηγητή Μανώλη Σαλούστρου, εκ μέρους της ΕΟΠΕ, για την πρόοδο που έχει σημειωθεί, τις καθυστερήσεις και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε η αποζημίωση των βιοδεικτών να γίνει πραγματικότητα.

«Η θεσμική πρόοδος δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική πρόσβαση»

Ο καθηγητής Μανώλης Σαλούστρος αναγνωρίζει τη σημασία της επικαιροποίησης του καταλόγου, επισημαίνει όμως ότι η πραγματική εικόνα για τους ασθενείς παραμένει διαφορετική.

«Η θεσμοθέτηση αποζημίωσης της ανανεωμένης λίστας των βιοδεικτών αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό βήμα για την ογκολογική φροντίδα στη χώρα μας. Ωστόσο, σχεδόν έναν χρόνο μετά την πρώτη υπουργική απόφαση, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η πρόοδος σε θεσμικό επίπεδο δεν έχει ακόμη μεταφραστεί στον βαθμό που θα θέλαμε σε ουσιαστική πρόσβαση των ασθενών στις απαραίτητες εξετάσεις», τονίζει στο Healthview.

Όπως εξηγεί, η σύγχρονη ογκολογία βασίζεται ολοένα περισσότερο στην εξατομίκευση της θεραπείας. Οι μοριακές και άλλες εξετάσεις που ονομάζονται βιοδείκτες επιτρέπουν στους γιατρούς να αναγνωρίζουν τα ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά κάθε όγκου και να επιλέγουν την καταλληλότερη θεραπευτική προσέγγιση.

Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί πλέον μια πρόσθετη διαγνωστική επιλογή, αλλά βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση πολλών σύγχρονων αντικαρκινικών θεραπειών.

«Χωρίς την απαραίτητη εξέταση του βιοδείκτη, ο ασθενής μπορεί να χάσει σημαντικές θεραπευτικές επιλογές, καθώς δεν του δίνεται η δυνατότητα να λάβει μια θεραπεία που είναι η πλέον ενδεδειγμένη για τα χαρακτηριστικά του όγκου», υπογραμμίζει.

Και ξεκαθαρίζει: «Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα πρόσβασης σε διαγνωστικές εξετάσεις, αλλά για ζήτημα πρόσβασης στην ίδια τη θεραπεία».

Το παράδοξο: Αποζημιώνεται η θεραπεία, αλλά όχι η εξέταση που την καθορίζει

Στο επίκεντρο της παρέμβασης του καθηγητή Σαλούστρου βρίσκεται μια βασική αντίφαση του συστήματος αποζημίωσης.

Ενώ νέες αντικαρκινικές θεραπείες εγκρίνονται και αποζημιώνονται, οι απαραίτητες εξετάσεις για την επιλογή των ασθενών που μπορούν να ωφεληθούν από αυτές δεν καλύπτονται πάντοτε ταυτόχρονα.

«Για τον λόγο αυτό, η Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ) έχει υποστηρίξει διαχρονικά ότι η έγκριση και αποζημίωση ενός νέου αντικαρκινικού φαρμάκου πρέπει να συνοδεύεται από την ταυτόχρονη αποζημίωση των βιοδεικτών που είναι απαραίτητοι για την επιλογή του», αναφέρει.

Και συνεχίζει:

«Διαφορετικά, δημιουργείται το παράδοξο να αποζημιώνεται η θεραπεία, αλλά όχι η εξέταση που καθορίζει ποιοι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο από αυτήν».

Η επισήμανση αυτή αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση της ογκολογικής φροντίδας: η καινοτομία δεν εξαντλείται στην πρόσβαση στα νέα φάρμακα, αλλά περιλαμβάνει και την πρόσβαση στις διαγνωστικές εξετάσεις που επιτρέπουν την ορθή χρήση τους.

Για τον ασθενή, άλλωστε, η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση ενός βιοδείκτη μπορεί να μεταφραστεί σε καθυστέρηση μιας θεραπευτικής απόφασης ή ακόμη και σε αδυναμία αξιοποίησης μιας διαθέσιμης θεραπευτικής επιλογής.

Από τις διαπραγματεύσεις στην εφαρμογή: Το επόμενο κρίσιμο βήμα

Παρά τις θετικές θεσμικές εξελίξεις, ο καθηγητής Σαλούστρος επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών για την κλινική εφαρμογή της απόφασης.

Το χρονοδιάγραμμα που είχε παρουσιάσει στο Healthview ο πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ προσδιορίζει τον Δεκέμβριο ως εκτιμώμενο χρονικό ορίζοντα για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και της σχετικής έγκρισης.

Ωστόσο, η ολοκλήρωση αυτών των σταδίων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι εξετάσεις θα μπορούν αμέσως να πραγματοποιούνται με κάλυψη από τον Οργανισμό.

Η ενεργοποίηση της αποζημίωσης προϋποθέτει την ολοκλήρωση των αναγκαίων διοικητικών και τεχνικών διαδικασιών, καθώς και την εξασφάλιση της χρηματοδότησης.

Όπως τονίζει ο καθηγητής Σαλούστρος, χρειάζεται πλέον «να ολοκληρωθούν χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις οι αναγκαίες διοικητικές και τεχνικές διαδικασίες» και να διασφαλιστεί η επαρκής χρηματοδότηση.

Το ζητούμενο επομένως δεν είναι μόνο να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση, αλλά να υπάρξει σαφής και λειτουργικός μηχανισμός που θα επιτρέπει στους ασθενείς να πραγματοποιούν τις εξετάσεις στον χρόνο που απαιτεί η θεραπευτική τους πορεία.

Η ποιότητα των εξετάσεων είναι εξίσου κρίσιμη με την αποζημίωση

Ο καθηγητής Σαλούστρος αναδεικνύει και μια ακόμη ουσιαστική προϋπόθεση: τη διασφάλιση της ποιότητας των εργαστηρίων που διενεργούν τους βιοδείκτες.

Όπως επισημαίνει, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν σαφείς προδιαγραφές και διαδικασίες εξωτερικού ποιοτικού ελέγχου, ώστε τα αποτελέσματα των εξετάσεων να είναι αξιόπιστα.

«Δεν αρκεί να πραγματοποιείται μια εξέταση· πρέπει να διασφαλίζεται και η αξιοπιστία του αποτελέσματός της, καθώς αυτό μπορεί να καθορίσει μια κρίσιμη θεραπευτική απόφαση», υπογραμμίζει.

Η επισήμανσή του υπενθυμίζει ότι η πρόσβαση σε μια εξέταση δεν αρκεί από μόνη της. Η αξιοπιστία του αποτελέσματος είναι καθοριστική για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και, συνεπώς, για την ασφάλεια του ασθενούς.

Η ΕΟΠΕ χρηματοδοτεί προγράμματα ελέγχου – «Δεν μπορούν να υποκαθιστούν την Πολιτεία»

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του καθηγητή Σαλούστρου στις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η ΕΟΠΕ προκειμένου να διευκολύνει την πρόσβαση των ασθενών στις απαραίτητες εξετάσεις.

Όπως αναφέρει, η Εταιρεία έχει επιδείξει σταθερό και έμπρακτο ενδιαφέρον για το ζήτημα, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες και καλύπτοντας οικονομικά προγράμματα ελέγχου βιοδεικτών.

Οι δράσεις αυτές έχουν στόχο να διευκολύνουν την πρόσβαση των ογκολογικών ασθενών στην εξατομικευμένη θεραπεία, ιδιαίτερα όσο δεν λειτουργεί ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός αποζημίωσης.

Ωστόσο, ο καθηγητής Σαλούστρος ξεκαθαρίζει ότι η λύση δεν μπορεί να βασίζεται διαρκώς σε τέτοιες πρωτοβουλίες.

«Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν μπορούν και δεν πρέπει να υποκαθιστούν έναν μόνιμο, οργανωμένο μηχανισμό αποζημίωσης από την Πολιτεία».

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να περάσει η πρόσβαση στους βιοδείκτες από τις μεμονωμένες πρωτοβουλίες σε ένα σταθερό και οργανωμένο σύστημα κάλυψης, το οποίο θα λειτουργεί με συνέχεια και θα διασφαλίζει ίσες δυνατότητες για όλους τους ασθενείς.

Ένας κατάλογος που πρέπει να ακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις

Πέρα από την άμεση ολοκλήρωση των διαδικασιών, η ΕΟΠΕ ζητά να δημιουργηθεί ένας δυναμικός μηχανισμός επικαιροποίησης του καταλόγου των αποζημιούμενων βιοδεικτών.

Η ανάγκη αυτή προκύπτει από την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η σύγχρονη ογκολογία, καθώς νέες θεραπευτικές επιλογές και νέοι βιοδείκτες εντάσσονται συνεχώς στην κλινική πράξη.

Ο καθηγητής Σαλούστρος τονίζει ότι ο κατάλογος πρέπει να ακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις και τις νέες θεραπευτικές εγκρίσεις, ώστε να αποφεύγονται μελλοντικά αντίστοιχες καθυστερήσεις.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η αποζημίωση των απαραίτητων εξετάσεων θα πρέπει να συμβαδίζει με την πρόσβαση στις νέες θεραπείες και να μην αποτελεί μια διαδικασία που ολοκληρώνεται με μεγάλη χρονική υστέρηση.

«Χωρίς πρόσβαση στους βιοδείκτες, δεν υπάρχει πραγματικά ισότιμη πρόσβαση στην Ιατρική Ακριβείας»

Η πρόσφατη επικαιροποίηση του καταλόγου αποτελεί ένα θετικό βήμα. Το χρονοδιάγραμμα που έχει περιγράψει ο πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ δημιουργεί προσδοκίες για την ολοκλήρωση των εκκρεμών διαδικασιών έως τον Δεκέμβριο.

Ωστόσο, η ουσιαστική επιτυχία του μέτρου θα κριθεί από το πότε οι ασθενείς θα μπορούν να πραγματοποιούν τις απαραίτητες εξετάσεις χωρίς οικονομικά ή διοικητικά εμπόδια.

Η παρέμβαση του καθηγητή Σαλούστρου στο Healthview αναδεικνύει ότι η αποζημίωση των βιοδεικτών δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική εκκρεμότητα του συστήματος υγείας. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και με την ισότητα στην ογκολογική φροντίδα.

Όπως καταλήγει:

«Η πρόσβαση στους βιοδείκτες δεν αποτελεί πολυτέλεια ή συμπληρωματική διαγνωστική παροχή. Αποτελεί προϋπόθεση για να έχει κάθε ασθενής την ευκαιρία να λάβει τη θεραπεία που ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καρκίνου του. Χωρίς πρόσβαση στους βιοδείκτες, δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά ισότιμη πρόσβαση στην Ιατρική Ακριβείας».

Για τους ογκολογικούς ασθενείς, το ζητούμενο πλέον είναι οι θεσμικές αποφάσεις να μετατραπούν σε πραγματική δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και κατάλληλης θεραπείας. Γιατί η Ιατρική Ακριβείας δεν μπορεί να παραμένει προνόμιο όσων έχουν τη δυνατότητα να περιμένουν ή να καλύψουν οι ίδιοι το κόστος των εξετάσεων.