Όχι πια παρορμητικές αγορές για τους Έλληνες καταναλωτές. Τι δείχνει έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

26-12-2016

Η οικονομική κρίση έχει κάνει πολύ πιο δύσπιστους τους καταναλωτές στις αγορές προϊόντων. Πλέον, αναζητούν πρώτα τις καλύτερες και οικονομικότερες προσφορές πριν κάνουν μια αγορά. Βασικό χαρακτηριστικό της νέας καταναλωτικής συμπεριφοράς είναι η αναζήτηση ιδανικής σχέσης μεταξύ ποιότητας και τιμής. Μέχρι πριν μερικά χρόνια, οι καταναλωτές γέμιζαν το καρότσι του σούπερ μάρκετ όχι μόνο με ό,τι χρειάζονται, αλλά με πολλά παραπάνω προϊόντα επειδή απλώς τους άρεσαν, χωρίς να τα χρειάζονται.

Πλέον, το μεγαλύτερο ποσοστό των καταναλωτών ψωνίζει βάσει λίστας που έχει καταρτίσει πριν επισκεφθεί το σούπερ μάρκετ, ενώ επιπλέον δεν αγοράζουν μονο συγκεκριμένες μάρκες προϊόντων, εάν αυτές δεν έχουν ικανοποιητική τιμή. Σύμφωνα με έρευνα του Εργαστηρίου Μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ), που διεξήχθη υπό τον καθηγητή Γιώργο Μπάλτα για το 2012, η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ έχει μειωθεί σε σχέση με το 2011 κατά 11,2%, και φτάνει στα 59,5 ευρώ έναντι 67 ευρώ της προηγούμενης έρευνας, ενώ το 2008 η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη ήταν 71,5 ευρώ. Το 60% των ερωτηθέντων ξοδεύει έως 50 ευρώ κάθε φορά που ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ, το 42% δαπανά από 51 ώς 100 ευρώ και μόλις το 8% ξεπερνά τα 100 ευρώ. Η μέση μηνιαία δαπάνη υπολογίζεται σε 322,5 ευρώ έναντι 334 ευρώ το 2011 και 347 ευρώ το 2010. Σημαντικό ρόλο στη μείωση της δαπάνης ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ παίζει το γεγονός ότι πλέον το 95,9% έχει προαποφασίσει ποια είδη θα αγοράσει πριν πάει στο κατάστημα.

Οι καταναλωτές περιορίζουν αυστηρά τις “παρορμητικές” αγορές και προγραμματίζουν απο πριν τι ακριβώς θα αγοράσουν. Προσπαθώντας να βρουν την καλύτερη τιμή σε ένα είδος προϊόντος, οι καταναλωτές παύουν να είναι πιστοί σε συγκεκριμένες μάρκες που ψώνιζαν παλιότερα. Σύμφωνα με την έρευνα, όσον αφορά στη μάρκα, προαποφασισμένο εμφανίζεται το 56,3% των ερωτηθέντων, ενώ το 65,7% απάντησε ότι ψωνίζει σταθερά σε ένα σούπερ μάρκετ. Ενα σημαντικό ποσοστό, 18,3%, δήλωσε ότι ψωνίζει σε τρία διαφορετικά σούπερ μάρκετ, ενώ το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 13,9%. Το 54% συγκρίνει πλέον τιμές σε προϊόντα και καταστήματα και το46% δήλωσε ότι αγοράζει φθηνότερα προϊόντα.

Οι Έλληνες καταναλωτές επομένως είναι πλέον περισσότερο δύσπιστοι και πιο συνειδητοποιημένοι ως προς τις αγορές τους. Παράλληλα, παρατηρείται μια έντονη στροφή των Ελλήνων καταναλωτών στην αγορά ελληνικών προϊόντων, με στόχο τη στήριξη των ελληνικών θέσεων εργασίας και της εγχώριας οικονομίας. Η έρευνα που αναφέρθηκε παραπάνω, για πρώτη φορά επιχείρησε να αποτυπώσει τη στάση των καταναλωτών έναντι των ελληνικών προϊόντων. Το 87% των ερωτηθέντων απάντησε ότι όταν βρίσκει στο σούπερ μάρκετ ελληνικά προϊόντα τα προτιμά έναντι των εισαγόμενων. Σύμφωνα με την έρευνα, 8 στους 10 καταναλωτές πιστεύουν ότι αγοράζοντας τα ελληνικά προϊόντα στηρίζουν την ελληνική οικονομία και 80,33% θεωρεί ότι βοηθά στη διατήρηση των θέσεων εργασίας ή και στη δημιουργία νέων θέσεων, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση της ανεργίας. Μάλιστα, η έρευνα δείχνει ότι η επιστροφή των καταναλωτών στα ελληνικά προϊόντα δεν είναι παρωδική, αφού η συντριπτική πλειονότητα όσων συμμετείχαν (93% των καταναλωτών) δηλώνει ότι θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά προϊόντα και στο μέλλον, ενώ 79% δηλώνει ότι το επόμενο διάστημα θα αυξήσει τον αριθμό των ελληνικών προϊόντων που αγοράζει.

Πρέπει να επισημανθεί ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι μόλις το 13,50% προτιμά τα ελληνικά προϊόντα επειδή πιστεύει ότι είναι φθηνότερα. Συγκρίνοντας τα ελληνικά προϊόντα με τα εισαγόμενα, οι καταναλωτές σε σημαντικό ποσοστό (45,8%) δηλώνουν ότι η τιμή των ελληνικών είναι υψηλή και αποτελεί το αδύνατο σημείο τους. Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο για το αν θα διατηρηθούν ψηλά στις προτιμήσεις των ελλήνων καταναλωτών τα εγχώρια προϊόντα όσο θα συνεχίζεται η κρίση. Παράλληλα, περίπου το 50% των καταναλωτών πιστεύει ότι τα ελληνικά προϊόντα υπερέχουν σε ποιότητα έναντι των αντίστοιχων εισαγομένων, ενώ 48,97% θεωρεί ότι είναι και ασφαλέστερα. Οσο για τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές επιλέγουν τα προϊόντα που αγοράζουν, 61,28% αναζητά τη χώρα προέλευσης και67,27% παρατηρεί το σήμα «Ελληνικό Προϊόν» στη συσκευασία.

Μάλιστα, 83% πιστεύει ότι πρέπει να υπάρχει και να χρησιμοποιείται ενιαίο, κοινό σήμα «Ελληνικό Προϊόν». Η οικονομική κρίση λοιπόν έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις επιλογές των καταναλωτών. Είναι σημαντικό όμως οι αλλαγές αυτές να λειτουργήσουν προς όφελος των καταναλωτών. Το γεγονός ότι η καταναλωτική μανία των παλαιότερων ετών εξαφανίστηκε με την κρίση είναι ένα θετικό στοιχείο, το οποίο βοηθάει εμμέσως και στη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, καθώς αγοράζουμε πλέον μονο ό,τι χρειάζεται και όχι πληθώρα τροφίμων, έχοντας έτσι και μεγαλύτερο κίνητρο (το οικονομικό) για αποφυγή μη υγιεινών επιλογών. Είναι καλό βέβαια, να είστε προσεκτικοί όχι μόνο ως προς την πιο συμφέρουσα τιμή αλλά και ως προς την ποιότητα και ασφάλεια των τροφίμων.

Τα ελληνικά προϊόντα σίγουρα είναι καλύτερα και ασφαλέστερα. Είναι καλό επίσης να αποφεύγετε προϊόντα που δεν αναφέρουν λεπτομερή στοιχεία προέλευσης στην ετικέτα, ακόμη κι αν είναι φθηνότερα. Μέσα σε αυτό το νέο κλίμα, οι εμπορικές επιχειρήσεις καλούνται να αλλάξουν νοοτροπία και να βλέπουν τον καταναλωτή σαν συνεργάτη, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του. Η προσαρμοστικότητα αυτή θα κρίνει και την επιβίωσή τους.

 

Ματίνα Στράτη, Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος