Η COVID-19 παραμένει εδώ, χωρίς «καλοκαιρινές διακοπές», προειδοποιεί ο καθηγητής Πνευμονολογίας του ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Στέλιος Λουκίδης.
Όπως δήλωσε στην ΕΡΤ και την εκπομπή «Συνδέσεις», τα κρούσματα παρουσιάζουν αυξητική τάση, γεγονός που καταρρίπτει για ακόμη μία φορά τον μύθο της εποχικότητας του ιού.
Παρά την αύξηση, ο καθηγητής διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού: «Δεν μιλάμε για μαζική έξαρση. Όμως βλέπουμε σταθερή αύξηση στις εγκρίσεις αντιϊικών φαρμάκων – από 40 ημερησίως πριν ένα μήνα, φτάσαμε στα 80 με 100». Υπενθύμισε πως σε προηγούμενα κύματα της πανδημίας, οι εγκρίσεις ξεπερνούσαν ακόμη και τις 2.000 ημερησίως.
Ποιοι πλήττονται περισσότερο – Ποιοι χρειάζονται φαρμακευτική αγωγή
Η αύξηση αφορά κυρίως ευάλωτες ομάδες: ηλικιωμένους και ασθενείς με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Για αυτές τις κατηγορίες πληθυσμού, η αντιϊική θεραπεία είναι απαραίτητη και χορηγείται μέσω της ειδικής πλατφόρμας, η οποία –σύμφωνα με τον καθηγητή– λειτουργεί απρόσκοπτα και είναι εύχρηστη.
Η λοίμωξη δεν χρειάζεται πλέον νοσοκομειακή φροντίδα σε μεγάλο ποσοστό, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να την υποτιμούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε κοντά σε ευπαθείς ανθρώπους.
Ο κ. Λουκίδης επέκρινε τη στάση των νεότερων ηλικιών απέναντι στην ήπια συμπτωματολογία, λέγοντας χαρακτηριστικά:
«Οποιαδήποτε ήπια συμπτωματολογία δεν σταματάει και δεν δημιουργεί κανένα ίχνος απομόνωσης ή προσπάθειας μετριασμού της μικρής αυτής έξαρσης».
Η απουσία μέτρων, κυρίως στις διακοπές, τον συνωστισμό και τις κοινωνικές επαφές, ευνοεί την κυκλοφορία του ιού. Ο ίδιος συνέστησε προσοχή στις επαφές με ευπαθείς, προτείνοντας τη χρήση απλών self-tests ακόμα και για ήπια ή ασυνήθιστα συμπτώματα.
Τα φετινά συμπτώματα – Ήπια αλλά ύπουλα
Η τρέχουσα έξαρση εκδηλώνεται κυρίως με συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό: καταρροή, πονόλαιμος, βήχας, ρινική συμφόρηση. Ωστόσο, δεν λείπουν τα περιστατικά γενικής εξάντλησης και καταβολής, χωρίς κανέναν άλλο εντοπισμένο σύμπτωμα.
«Πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν ότι πέρασαν COVID-19», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Για τον λόγο αυτό, ο καθηγητής κάλεσε τους πολίτες να μη διστάζουν να κάνουν τεστ, ιδίως αν πρόκειται να έρθουν σε επαφή με ηλικιωμένους ή ανοσοκατεσταλμένους.
«Το τεστ είναι κάτι απλό και προστατεύει το κοινωνικό σύνολο. Το έχουμε μάθει πια όλοι μας», καταλήγει ο ειδικός.















