Τη διαχρονική υποστελέχωση, την ανεπαρκή στήριξη των ιατρών, τις δυσκολίες διαβίωσης στα ακριτικά νησιά και την ανάγκη για μόνιμες, θεσμικές λύσεις, υπογραμμίζει ο Σύνδεσμος Ιδιωτών Διαγνωστικών Εργαστηρίων, με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Καστελλόριζο. «Παρότι η υπεράσπιση των ιατρών του δημόσιου τομέα δεν αποτελεί το άμεσο θεσμικό αντικείμενο του ΣΙΔΙΕ, θεωρούμε ότι η απαξίωση του ιατρικού λειτουργήματος αφορά συνολικά τον ιατρικό κόσμο και, τελικά, την ίδια τη δημόσια υγεία», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως σημειώνει ο ΣΙΔΙΕ, «Οι ιατροί που υπηρετούν στα ακριτικά νησιά της χώρας δεν είναι εργαζόμενοι «δεύτερης κατηγορίας», ούτε «σεζονίστες» που καλούνται να καλύψουν προσωρινά κενά του συστήματος. Είναι οι λειτουργοί στους οποίους οι κάτοικοι των ακριτικών περιοχών εμπιστεύονται το πολυτιμότερο αγαθό, την υγεία και, πολλές φορές, την ίδια τους τη ζωή».
Είναι αδιανόητο το 2026 –τονίζει ο Σύνδεσμος – να συζητάμε ακόμη αν ένας γιατρός μπορεί να στεγαστεί αξιοπρεπώς, αν μπορεί να ανταποκριθεί στο κόστος διαβίωσης ενός ακριτικού νησιού ή αν οι αποδοχές του επαρκούν για να ζήσει με αξιοπρέπεια. Και συνεχίζει: Είναι αδιανόητο οι μισθοί των ιατρών να παραμένουν καθηλωμένοι σε εξευτελιστικά επίπεδα και να επιχειρείται η συγκάλυψη του προβλήματος μέσω αποσπασματικών επιδομάτων από δήμους, περιφέρειες ή άλλους φορείς.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται στην αυτοθυσία, στον επαγγελματικό πατριωτισμό και στις «ενέσεις» επιδομάτων. Οι ακριτικές περιοχές της χώρας χρειάζονται μόνιμες λύσεις: αξιοπρεπείς μισθούς, αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και ουσιαστικά κίνητρα που θα επιτρέπουν στους γιατρούς να υπηρετούν τον πολίτη χωρίς να καλούνται οι ίδιοι να θυσιάζουν την προσωπική και επαγγελματική τους αξιοπρέπεια.
Ιδιαίτερη απογοήτευση – καταλήγει – προκαλεί η στάση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας. Αντί να αναλάβει την ευθύνη για τη χρόνια υποστελέχωση, την ανεπαρκή χρηματοδότηση και τις απαράδεκτες συνθήκες που αποθαρρύνουν τους νέους γιατρούς από το να υπηρετήσουν στις ακριτικές περιοχές, επιλέγει την επίπληξη και τη μετατόπιση της συζήτησης από την ουσία του προβλήματος. Από την ασφάλεια ενός υπουργικού γραφείου στην Αθήνα είναι εύκολο να διατυπώνονται κρίσεις. Πολύ δυσκολότερο είναι να βιώνει κανείς καθημερινά την ευθύνη της περίθαλψης ενός ολόκληρου νησιού, με περιορισμένα μέσα, ελλείψεις και προσωπικές στερήσεις.
Παρότι η υπεράσπιση των ιατρών του δημόσιου τομέα δεν αποτελεί θεσμικό αντικείμενο του ΣΙΔΙΕ, «δεν μπορούμε να παραμένουμε σιωπηλοί απέναντι στην απαξίωση του ιατρικού λειτουργήματος. Η υποτίμηση των γιατρών, όπου κι αν υπηρετούν, είναι υποτίμηση της ίδιας της δημόσιας υγείας και τελικά υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής.
Η Πολιτεία οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τους γιατρούς ως αναλώσιμους και να αναγνωρίσει έμπρακτα την προσφορά τους. Οι λειτουργοί της υγείας δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν τα αυτονόητα: σεβασμό, αξιοπρέπεια και συνθήκες αντάξιες της αποστολής τους».












