Τσιόδρας: Δεν υπάρχει ανάγκη έκτακτων μέτρων για τον Έμπολα στην Ευρώπη

19-07-2019

Εξαιρετικά χαμηλή είναι η πιθανότητα μετάδοσης του ιού Έμπολα στην Ευρώπη και γι’ αυτό δεν υπάρχει ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων, ανέφερε ο Σωτήρης Τσιόδρας, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας-Λοιμωξιολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), με αφορμή την απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας να χαρακτηρίσει «κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την δημόσια υγεία» σε παγκόσμιο επίπεδο την επιδημία του Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Σύμφωνα με τον κ. Τσιόδρα – ο οποίος μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ – η απόφαση του ΠΟΥ μεταφράζεται σε αυξημένη επαγρύπνηση και ετοιμότητα για τις επηρεαζόμενες χώρες, αλλά και τις γειτονικές και υπογραμμίζει την ανάγκη χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

Ο αιμορραγικός πυρετός Έμπολα είναι μια σπάνια, σοβαρή, συχνά θανατηφόρος ιογενής λοίμωξη. Η νόσος προσβάλλει ανθρώπους και άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά (π.χ. πιθήκους, γορίλες, χιμπατζήδες). Ο ιός εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1976, σε ένα χωριό κοντά στον ποταμό Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και συγχρόνως στο Σουδάν. Η προέλευση του ιού είναι άγνωστη, ωστόσο «αποθήκη» του ιού στη φύση θεωρούνται ορισμένα είδη φρουτοφάγων νυχτερίδων που ενδημούν στην Αφρική.

Μεταδίδεται από άτομο σε άτομο, με άμεση επαφή (μέσω αμυχών στο δέρμα ή των βλεννογόνων) με αίμα, εκκρίσεις, όργανα, ιστούς ή άλλα σωματικά υγρά (π.χ. σάλιο, ούρα, κόπρανα, σπέρμα κ.λπ.) μολυσμένων ατόμων, νεκρών ή ζωντανών, καθώς και με την έμμεση επαφή με αντικείμενα (όπως ρούχα, σεντόνια, χρησιμοποιημένες βελόνες) που έχουν μολυνθεί από σωματικά υγρά ασθενών. Στους τρόπους μετάδοσης περιλαμβάνεται και η χωρίς προφυλάξεις σεξουαλική επαφή με ασθενείς, έως και επτά εβδομάδες (περίπου δύο μήνες) μετά την ανάρρωση τους.

Τα συμπτώματα εκδηλώνονται από δύο έως και 21 ημέρες μετά την έκθεση στον ιό, συνήθως μέσα σε 8 – 10 ημέρες. Η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί με πυρετό, έντονους μυϊκούς πόνους, αίσθηση αδυναμίας, πονοκέφαλο και πονόλαιμο. Το επόμενο στάδιο της ασθένειας περιλαμβάνει εμετό, ναυτία, διάρροια, ανορεξία, κοιλιακό πόνο, εξάνθημα και δυσλειτουργία του ήπατος και των νεφρών. Μερικοί ασθενείς εμφανίζουν, επίσης, αιμορραγικές εκδηλώσεις εσωτερικών και εξωτερικών οργάνων (π.χ. αιμορραγίες από τη μύτη, τα ούλα, το δέρμα, αίμα στα εμέσματα ή/και στα κόπρανα, αιμορραγίες στα σημεία των ενέσεων) και πολυοργανική ανεπάρκεια. Η θνητότητα της νόσου κυμαίνεται από 25% έως 90%, ανάλογα με το είδος του ιού.