Οι παρεμβάσεις στα νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας, η ψηφιοποίηση του συστήματος, η φαρμακευτική δαπάνη, η αξιολόγηση των νέων θεραπειών και η πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία βρίσκονται στο επίκεντρο των αλλαγών που επιχειρούνται στην Υγεία.
Ο Μπάμπης Καραθάνος, ειδικός σύμβουλος Φαρμακευτικής Πολιτικής του υπουργού Υγείας και μέλος της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων, μιλά στο Healthview για όσα έχουν προχωρήσει, για τις αδυναμίες που παραμένουν και για τις νέες παρεμβάσεις που σχεδιάζονται.
Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναβάθμισης νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Ποιες αλλαγές έχουν ήδη γίνει ορατές και ποιο είναι το πραγματικό όφελος για τον πολίτη;
“Το Εθνικό Σύστημα Υγείας περνά τη μεγαλύτερη οργανωμένη αναβάθμιση των υποδομών του εδώ και πολλές δεκαετίες. Μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης υλοποιούνται παρεμβάσεις σε 80 νοσοκομεία, ανακαινίζονται 63 Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών και εκσυγχρονίζονται περισσότερα από 150 Κέντρα Υγείας.
Η αναβάθμιση δεν αφορά μόνο τα κτίρια. Περιλαμβάνει νέο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, καλύτερες συνθήκες για τους ασθενείς και το προσωπικό και παρεμβάσεις που μπορούν να περιορίσουν την αναμονή και την ταλαιπωρία. Δεν έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με τις ελλείψεις προσωπικού σε ορισμένες περιοχές. Υπάρχει, όμως, πλέον ένα συνολικό σχέδιο που εφαρμόζεται και αρχίζει να γίνεται αισθητό στην καθημερινότητα”.
Η ψηφιοποίηση παρουσιάζεται ως βασικός πυλώνας του νέου ΕΣΥ. Τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα και πού θα δει ο ασθενής τη μεγαλύτερη διαφορά;
“Η ψηφιοποίηση δεν αποτελεί απλώς τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Στόχος είναι να περιοριστεί η γραφειοκρατία, να διασυνδεθούν καλύτερα οι υπηρεσίες και να αποκτήσει ο επαγγελματίας Υγείας πληρέστερη εικόνα για τον ασθενή.
Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ο Εθνικός Ηλεκτρονικός Φάκελος Υγείας, τα ψηφιακά ραντεβού, τα μητρώα ασθενών και τα θεραπευτικά πρωτόκολλα δημιουργούν ένα πιο οργανωμένο και διαφανές περιβάλλον. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει λιγότερες άσκοπες μετακινήσεις, ευκολότερη πρόσβαση και ταχύτερη εξυπηρέτηση. Για το σύστημα σημαίνει καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων, ουσιαστικότερο έλεγχο και δυνατότητα σχεδιασμού με βάση τις πραγματικές ανάγκες”.
Έχετε δηλώσει ότι βασικό κριτήριο επιτυχίας της φαρμακευτικής πολιτικής είναι να έχει ο ασθενής πρόσβαση στο φάρμακο που χρειάζεται. Πώς αποτιμάτε την κατάσταση σήμερα;
“Η πρόσβαση του ασθενούς αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα. Στην Ελλάδα διατίθενται τόσο τα παλαιότερα και οικονομικότερα φάρμακα όσο και ιδιαίτερα ακριβές και καινοτόμες θεραπείες. Ακόμη και όταν ένα φάρμακο δεν έχει ενταχθεί στη θετική λίστα, υπάρχουν ειδικές διαδικασίες, όπως το Σύστημα Ηλεκτρονικής Προέγκρισης και οι εισαγωγές μέσω ΙΦΕΤ, ώστε να μπορεί να φτάσει στον ασθενή που το έχει ανάγκη.
Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί αυτή η πρόσβαση με τρόπο οικονομικά βιώσιμο. Αυτό απαιτεί αξιολόγηση με βάση τα σύγχρονα επιστημονικά και οικονομικά δεδομένα, περαιτέρω αξιοποίηση των μηχανισμών διαπραγμάτευσης, έλεγχο της συνταγογράφησης και κατάλληλη χρηματοδότηση”.
Παρά τα μέτρα, η φαρμακευτική δαπάνη και το clawback παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Πού αποδίδετε το πρόβλημα και ποια είναι η στρατηγική για την αποκλιμάκωσή του;
“Η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των θεραπευτικών αναγκών και την είσοδο νέων, αποτελεσματικών αλλά συχνά πολύ ακριβών θεραπειών. Παράλληλα, υπήρχαν σημαντικά κενά στην παρακολούθηση και στον έλεγχο της συνταγογράφησης, ιδιαίτερα στον νοσοκομειακό χώρο.
Η στρατηγική στηρίζεται στην ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης, στην ψηφιακή παρακολούθηση της κατανάλωσης, στα δεσμευτικά θεραπευτικά πρωτόκολλα και στη σύνδεση της συνταγογράφησης με τις εγκεκριμένες ενδείξεις κάθε φαρμάκου. Η αποκλιμάκωση δεν μπορεί να είναι άμεση. Ο στόχος είναι η πτωτική πορεία να γίνει περισσότερο ορατή από το 2027 και η ουσιαστικότερη εξομάλυνση να επιτευχθεί σταδιακά έως το 2030″.
Ποιον ρόλο πρέπει να διαδραματίζει το HTA, ώστε η αξιολόγηση ενός νέου φαρμάκου να μην περιορίζεται μόνο στην τιμή του;
“Η αξιολόγηση τεχνολογιών Υγείας πρέπει να εξετάζει συνολικά την αξία μιας θεραπείας: το κλινικό όφελος, την ασφάλεια, τις καλυπτόμενες και ακάλυπτες θεραπευτικές ανάγκες, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη σχέση του αποτελέσματος με τους πόρους που απαιτούνται.
Η τιμή είναι αναπόφευκτα μία σημαντική παράμετρος, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Χρειάζεται αξιολόγηση στηριγμένη σε αξιόπιστα δεδομένα, σε διεθνείς συγκρίσεις και, όπου είναι εφικτό, σε πραγματικά δεδομένα από την κλινική πράξη. Έτσι μπορεί να επιτυγχάνεται ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών, χωρίς να υπονομεύεται η βιωσιμότητα του συστήματος”.
Πέρα από τις παρεμβάσεις στα μεγάλα νοσοκομεία, ποιος είναι ο σχεδιασμός για τα Κέντρα Υγείας και συνολικά για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα;
“Τα Κέντρα Υγείας αποτελούν την πρώτη γραμμή επαφής του πολίτη με το σύστημα και πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά ένα σημαντικό μέρος των περιστατικών, χωρίς να επιβαρύνονται τα νοσοκομεία. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η ανακαίνιση και ο εκσυγχρονισμός περισσότερων από 150 Κέντρων Υγείας σε ολόκληρη τη χώρα.
Η αναβάθμιση των υποδομών πρέπει να συνοδεύεται από σύγχρονο εξοπλισμό, επαρκές προσωπικό, καλύτερη διασύνδεση με τα νοσοκομεία και αξιοποίηση των ψηφιακών υπηρεσιών. Στόχος είναι ο πολίτης να βρίσκει περισσότερες υπηρεσίες κοντά στον τόπο κατοικίας του και να περιορίζεται η άσκοπη προσφυγή στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών”.
Έχουν ανακοινωθεί παρεμβάσεις σε 80 νοσοκομεία, 63 Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών και περισσότερα από 150 Κέντρα Υγείας. Πόσα από αυτά τα έργα έχουν ήδη ολοκληρωθεί και ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα για τα υπόλοιπα; Κυρίως, με ποια συγκεκριμένα στοιχεία θα αξιολογηθεί εάν οι νέες υποδομές βελτίωσαν την εξυπηρέτηση των ασθενών;
“Η παρέμβαση στις υποδομές του ΕΣΥ είναι ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα κτηριακής και λειτουργικής αναβάθμισης που έχουν γίνει στη χώρα.
Δεν είναι όλα τα έργα στο ίδιο στάδιο. Ένα σημαντικό μέρος έχει ολοκληρωθεί και ήδη παραδίδεται στους πολίτες, ενώ άλλα έργα βρίσκονται σε φάση ολοκλήρωσης ή υλοποίησης. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν αντιμετωπίζουμε την αναβάθμιση ως ένα απλό κτηριακό πρόγραμμα. Στόχος είναι οι νέες υποδομές να αλλάξουν ουσιαστικά την εμπειρία του ασθενούς. Γι’ αυτό και η αξιολόγηση δεν θα γίνει μόνο με βάση το αν παραδόθηκε ένα καινούργιο κτήριο. Θα μετρήσουμε συγκεκριμένους δείκτες: τον χρόνο αναμονής στα ΤΕΠ, τον χρόνο μέχρι την πρώτη ιατρική εκτίμηση, τον χρόνο παραμονής των ασθενών στα Επείγοντα, τη διαχείριση και τη διαλογή των περιστατικών, την αξιοποίηση των διαθέσιμων χώρων και του εξοπλισμού, αλλά και δείκτες ικανοποίησης των ασθενών.
Με απλά λόγια, το ερώτημα δεν είναι «πόσα έργα εγκαινιάστηκαν», αλλά «τι άλλαξε για τον πολίτη». Αν ο ασθενής περιμένει λιγότερο, αν εξυπηρετείται με μεγαλύτερη ασφάλεια και αν το προσωπικό μπορεί να εργάζεται σε καλύτερες συνθήκες, τότε η επένδυση έχει πετύχει τον σκοπό της”.
Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εφαρμογή του νέου συστήματος barcode ή δισδιάστατης κωδικοποίησης των φαρμάκων; Τι θα μπορεί να παρακολουθεί η Πολιτεία σε πραγματικό χρόνο και πώς θα συμβάλει το σύστημα στην ιχνηλασιμότητα, στον έλεγχο των ελλείψεων και στην αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης;
“Το νέο σύστημα barcode είναι ένα σημαντικό βήμα για την πλήρη ιχνηλασιμότητα του φαρμάκου. Κάθε συσκευασία αποκτά ουσιαστικά μια μοναδική ψηφιακή ταυτότητα, με στοιχεία όπως η παρτίδα, η ημερομηνία λήξης και ο σειριακός αριθμός.
Το σημαντικό, όμως, είναι ότι το σύστημα αυτό λειτουργεί συμπληρωματικά με το Ηλεκτρονικό Σύστημα Παρακολούθησης Διακίνησης Φαρμάκων, το Η.Σ.Πα.Δι.Φ., μέσω του οποίου η Πολιτεία παρακολουθεί τη διακίνηση και τα αποθέματα των φαρμάκων. Η διασύνδεση των δύο συστημάτων θα μας δώσει πολύ καλύτερη εικόνα για το τι διακινείται, πού βρίσκεται και πού καταναλώνεται.
Έτσι μπορούμε να εντοπίζουμε νωρίτερα πιθανές ελλείψεις, να βελτιώνουμε τον προγραμματισμό των αναγκών και να ενισχύουμε τον έλεγχο της νόμιμης διακίνησης και της γνησιότητας των φαρμάκων κι επομένως να επιτυγχάνουμε περισσότερη διαφάνεια, καλύτερη πρόβλεψη των ελλείψεων και, τελικά, καλύτερη πρόσβαση του ασθενούς στο φάρμακό του”.
Με την εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου HTA, τι αλλάζει πρακτικά στην αξιολόγηση των νέων φαρμάκων στην Ελλάδα; Σε ποιο βαθμό είναι έτοιμη η χώρα ως προς τη στελέχωση, τα δεδομένα και τις διαδικασίες και πότε αναμένεται να λειτουργήσει πλήρως το νέο σύστημα;
“Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο HTA αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τις νέες θεραπείες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο πραγματικό κλινικό όφελος και στη συγκριτική αποτελεσματικότητα κάθε νέου φαρμάκου. Οι κοινές ευρωπαϊκές κλινικές αξιολογήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει από τον Ιανουάριο του 2025 για νέα αντικαρκινικά φάρμακα και προηγμένες θεραπείες. Από τον Ιανουάριο του 2028 θα επεκταθούν στα ορφανά φάρμακα και από το 2030 θα καλύπτουν το σύνολο των νέων φαρμάκων που εμπίπτουν στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η Ελλάδα δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Διαθέτει ήδη σημαντική εμπειρία μέσω της Επιτροπής Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων και έχει προχωρήσει στην απαραίτητη θεσμική, επιστημονική και τεχνική προετοιμασία. Το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμο για την πλήρη ενσωμάτωση των νέων διαδικασιών, την ενίσχυση της στελέχωσης και την αξιοποίηση των δεδομένων. Στόχος μας είναι το σύστημα να λειτουργεί με ταχύτητα και αξιοπιστία, ώστε ο ασθενής να έχει ταχύτερη πρόσβαση στις πραγματικά καινοτόμες θεραπείες, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του συστήματος υγείας”.
Έχετε αποφασίσει να είστε ξανά υποψήφιος βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία στον Δυτικό Τομέα Αθηνών. Τι προσδοκάτε από αυτή τη νέα εκλογική προσπάθεια και τι πιστεύετε ότι μπορείτε να προσφέρετε από τη θέση του βουλευτή; Παράλληλα, πώς μπορεί η εμπειρία σας ως φαρμακοποιού και συμβούλου Φαρμακευτικής Πολιτικής να συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του φαρμακευτικού κλάδου και, κυρίως, στη βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών;
“Η απόφαση να είμαι ξανά υποψήφιος στον Δυτικό Τομέα Αθηνών συνδέεται με την επιθυμία μου να συνεχίσω να προσφέρω στα κοινά και, κυρίως, στον χώρο της Υγείας. Ζητώ την εμπιστοσύνη των πολιτών με διάθεση για δουλειά, τεκμηρίωση και ουσιαστική επαφή με τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Η εμπειρία μου ως φαρμακοποιού και ως Ειδικού Συμβούλου Φαρμακευτικής Πολιτικής μου έχει δώσει τη δυνατότητα να γνωρίζω από κοντά τόσο τις ανάγκες των ασθενών όσο και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες υγείας και ο φαρμακευτικός κλάδος.
Εφόσον οι πολίτες με τιμήσουν με την ψήφο τους, θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την εμπειρία και στο Κοινοβούλιο, συμβάλλοντας σε πολιτικές που βελτιώνουν την πρόσβαση των ασθενών στα φάρμακα, ενισχύουν την ασφάλεια και την επάρκεια της αγοράς και ταυτόχρονα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
Για μένα, τελικά, ο δείκτης επιτυχίας μιας φαρμακευτικής πολιτικής είναι απλός: ο ασθενής που χρειάζεται μια θεραπεία να μπορεί να την αποκτήσει έγκαιρα, με ασφάλεια και χωρίς περιττή ταλαιπωρία”.













